Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Γρίφοι, Σκουληκότρυπες και Μαύρες Τρύπες’ Category

1. Η Μετακόμιση

Ο Αλέξης στεκόταν στο καινούργιο του δωμάτιο, με μαύρη καρδιά. Δεν το ήθελε αυτό το δωμάτιο, δεν το ήθελε αυτό το σπίτι, δεν την ήθελε αυτή τη γειτονιά.
Ο μπαμπάς του είχε κληρονομήσει αυτό το τεράστιο σπίτι από κάποιον άγνωστο θείο, που ο Αλέξης δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του. Και τώρα, οι γονείς του μετακόμισαν και ο Αλέξης αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει στη καινούργια τους κατοικία, εγκαταλείποντας το σπίτι, που είχε ζήσει μέχρι σήμερα, τη γειτονιά του, που τόσο καλά τη γνώριζε, το σχολείο του, τους φίλους του, τα πάντα.

.

 

Τη μέρα, που ο πατέρας του του ανακοίνωσε ότι θα μετακόμιζαν, ο Αλέξης είχε σηκώσει κανονική επανάσταση, δηλώνοντας πως αυτός, δεν σκόπευε να κουνηθεί από το δωμάτιό του, από το σπίτι του, από τη γειτονιά του.
«Παιδί μου» του είχε πει τότε ο πατέρας του, «είναι ένα ωραίο μεγάλο σπίτι, με κήπο, σε μια όμορφη γειτονιά, όχι σαν και αυτή που ζούμε μέχρι τώρα.  Πάντα δεν ήθελες ένα μεγάλο δωμάτιο; Πάντα δεν ήθελες ένα σπίτι με κήπο για να μπορείς να παίζεις μπάλα με τους φίλους σου; Πάντα αυτά δεν μου ζήταγες; Γιατί γκρινιάζεις τώρα;»
«Γιατί ήθελα να παίζω με τους ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ», ούρλιαξε ο Αλέξης. «Εκεί, που πάμε ούτε φίλους θα έχω ούτε τίποτα. Κανέναν δεν ξέρω. Ακόμα και σχολείο μου αλλάζετε».
«Σταμάτα να ωρύεσαι» του είπε αυστηρά ο πατέρας του. «Φίλους θα κάνεις καινούργιους. Στο κάτω κάτω της γραφής κανείς δε σε εμποδίζει να συναντιέσαι και τα σαββατοκύριακα με τους παλιούς σου φίλους. Θα τους καλούμε στο σπίτι όποτε θέλεις.»
«Ναι, καλά», μουρμούρισε ο Αλέξης. «Σιγά μην έρχονται.»
«Αν δεν έρχονται θα πει πως δεν ήταν πραγματικοί σου φίλοι και πως δεν αξίζει να ασχολείσαι μαζί τους έτσι κι αλλιώς» είπε ο πατέρας του κλείνοντας τη συζήτηση.

.

Ο Αλέξης όμως ήξερε ότι δεν ήταν έτσι. ΄Ηταν σίγουρος ότι, σιγά σιγά,  θα χανόταν με τους παλιούς του φίλους. Κάτι οι δουλειές των γονιών του, κάτι τα διαβάσματα του σχολείου, κάτι οι σαχλές κοινωνικές υποχρεώσεις, βαφτίσια, γάμοι και άλλες τέτοιες αηδίες, που τον έσερναν μαζί τους οι γονείς του, γιατί «βαφτίζεται το ξαδερφάκι σου, δε γίνεται να μη πάμε», «παντρεύεται η θεία Φλώρα, επιτρέπεται να λείπουμε;» ήξερε ότι θα πέρναγαν πολλά σαββατοκύριακα χωρίς να καταφέρει να συναντηθεί με τους φίλους του.
Ναι ! – τώρα που μετακόμισαν το έβλεπε- το σπίτι ήταν πράγματι μεγάλο και ναι, είχε και μεγάλο κήπο. Τι τα θες όμως;

Αυτός, το μεγάλο δωμάτιο και τον κήπο, που ονειρευόταν τόσα χρόνια και ζάλιζε τους γονείς του, τα ήθελε για να μπορεί να συναντιέται και να παίζει με τους φίλους του. Τώρα, μόνος του, τι να τα κάνει; Ένοιωσε τα μάτια του να βουρκώνουν και αμέσως ρούφηξε τη μύτη του νευριασμένα. ‘Ήταν σχεδόν άντρας, το περασμένο μήνα είχε κλείσει τα δεκατρία, δεν επιτρεπόταν να μυξοκλαίει σαν κανένα νιάνιαρο. Όταν θα μεγάλωνε, θα τους έδειχνε αυτός.
Και με σκέψεις βαθιά εκδικητικές, αποκαμωμένος ξάπλωσε στο καινούργιο του κρεβάτι και βυθίστηκε σε  έναν ύπνο βαρύ, γεμάτο περίεργα  όνειρα, όπου από τη μια κάποιος άνθρωπος-τέρας (να ήταν τάχα ο πεθαμένος θείος;) κυνηγούσε ουρλιάζοντας τους φίλους του για να τους διώξει μακριά και από την άλλη, αυτός, ο Αλέξης είχε δεμένο σε ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι τον πατέρα του και τον κρατούσε εκεί ακινητοποιημένο, ρωτώντας τον θυμωμένα : «Λοιπόν, επιμένεις ακόμα να φύγουμε; Λέγε, επιμένεις ακόμα;».

.

Το επόμενο πρωινό, ξυπνώντας ο Αλέξης, κοίταξε με απορία το άγνωστο περιβάλλον γύρω του. Του πήρε μερικά λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Η χθεσινή μετακόμιση του ήρθε στο μυαλό και ένοιωσε να πνίγεται μέσα σε κύματα μαύρης απελπισίας. Στο μυαλό του ήρθαν οι εικόνες από το παλιό του δωμάτιο και ξαφνικά, νοιώθοντας αφάνταστα δυστυχισμένος, πήρε την απόφασή του: δεν θα ξανάβγαινε ποτέ από αυτό το δωμάτιο, δεν θα  ξαναμιλούσε ούτε στη μαμά του, ούτε στο μπαμπά του ούτε σε κανέναν πια. Θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής του σε εκείνο το μισητό δωμάτιο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του,  χωρίς να τρώει, χωρίς να πίνει, χωρίς να μιλάει.
Έμεινε για κάνα μισάωρο ξαπλωμένος, με ύφος μάρτυρα, να απολαμβάνει τις εικόνες μιας γλυκιάς εκδίκησης, που έπλαθε η αχαλίνωτη φαντασία του : τους γονείς του να μπαίνουν στο δωμάτιο  και να τον βρίσκουν ακίνητο στο κρεβάτι του,  να κλαίνε, παρακαλώντας τον να φάει κάτι ή να τους πει μια κουβέντα και αυτός…ω ! αυτός, να στρέφει το κεφάλι του προς τον τοίχο, απαξιώντας να τους ρίξει έστω και μια ματιά.

.

Μα, σιγά-σιγά η κοιλιά του  άρχισε να γουργουρίζει. Εκείνο το κέικ, που είχε φτιάξει η μαμά του,  τριβέλιζε το μυαλό του. Προσπάθησε να στρέψει τη σκέψη του αλλού, αλλά στάθηκε αδύνατον. Εικόνες από ένα ευωδιαστό πρωινό, με φρέσκο γάλα, φρυγανιές με βούτυρο και μαρμελάδα  και ένα μεγάλο κομμάτι κέικ σοκολάτας έρχονταν επίμονα στο μυαλό του. Σε λίγο εγκατέλειψε τη προσπάθεια.   «Ας πάω να φάω κάτι και επιστρέφω μετά» σκέφτηκε.
Βγήκε από το δωμάτιο και μπήκε στη κουζίνα. Η μαμά του ετοιμαζόταν βιαστική, όπως κάθε πρωί, πριν πάει στη δουλειά.

«Οχι, δεν θα της μιλήσω» σκέφτηκε ο Αλέξης. «Φταίει και αυτή που με κουβάλησαν εδώ πέρα. Τώρα θα δει.»
Προχώρησε με το κεφάλι ψηλά και με ένα ύφος απερίγραπτης περιφρόνησης, έκανε να προσπεράσει τη μαμά του και να φτιάξει το πρωινό του. Μα δεν πρόλαβε.
«Ξύπνησες μωρό μου; Σου έχω ζεστάνει γάλα, στο τραπέζι είναι το κέικ, άμα θες μαρμελάδα είναι στο ντουλάπι. Φάε κάτι και μετά ντύσου. Εγώ πρέπει να φύγω τώρα γιατί  έχω αργήσει για τη δουλειά.  Θεέ μου θα τρελλαθώ, κάθε πρωί να τρέχω έτσι σα τη παλαβή. Να είσαι φρόνιμος, μέχρι το απόγευμα, που θα γυρίσουμε με το μπαμπά. Διάβασε τίποτα, παίξε, δες το καινούργιο σπίτι. Εντάξει μωρό μου;  Αμα χρειαστείς τίποτε τηλεφώνησέ μου. Μματσσσ  !!!» είπε με μια ανάσα η μαμά του καταλήγοντας σε ένα σβουριχτό φιλί στο μάγουλό του. Και πριν προλάβει ο Αλέξης να αντιδράσει, είχε βουτήξει τη τσάντα της και έτρεχε στο κήπο να προλάβει στη στάση το λεωφορείο, που ήδη έστριβε από τη γωνιά του δρόμου.
«Να πάρει» σκέφτηκε ο Αλέξης. «Δεν πρόλαβε να διακρίνει τη δίκαιη οργή μου. Το βράδυ όμως θα τους δείξω εγώ».
Κάθησε στο τραπέζι να πάρει πρωινό ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν πώς να περάσει τη μέρα του. Ήταν μέσα Αυγούστου και τα σχολεία θα άρχιζαν σε τρεις βδομάδες περίπου. Οι φίλοι του ήταν μακριά, στην άλλη άκρη της πόλης. Να έπαιρνε το κολλητό του κανένα τηλέφωνο; «Μπά, είναι νωρίς ακόμα» σκέφτηκε. «Ο Χρήστος είναι και υπναράς. Δεν θα έχει ξυπνήσει ακόμα. Θα τον πάρω προς το μεσημέρι. Εν τω μεταξύ μόνος μου είμαι, μπορώ να κάνω ό τι θέλω. Ας ξεκινήσω να ρίξω μια ματιά στο σπίτι..»

.

Στο σπίτι αυτό είχαν μετακομίσει μόλις χθες το πρωί. Όλα είχαν γίνει πολύ ξαφνικά. Πριν από δυο μήνες περίπου ο πατέρας του έμαθε ξαφνικά από έναν συμβολαιογράφο ότι ο θείος Πάρις  πέθανε. Μοναδική κληρονομιά, που άφησε πίσω του ήταν το σπίτι, στο οποίο κατοικούσε και μοναδικός ζωντανός συγγενής του -άρα και κληρονόμος του- ήταν ο πατέρας του Αλέξη.
Οι γονείς του Αλέξη επισκέφθηκαν το σπίτι, το τριγύρισαν, τους άρεσε και αποφάσισαν να μετακομίσουν εκεί. Άλλωστε η γειτονιά ήταν πολύ καλύτερη από αυτή, που ζούσαν μέχρι τότε ενώ και το σπίτι ήταν πολύ μεγαλύτερο από το διαμερισματάκι, στο οποίο ήταν στριμωγμένοι με το γιό τους.
Έτσι, μόλις τελείωσαν όλες οι διατυπώσεις με δικηγόρους, συμβολαιογράφους και ένας Θεός ξέρει ποιούς άλλους – ο Αλέξης, πολύ λίγα πράγματα είχε καταλάβει από την όλη διαδικασία-  ετοιμάστηκαν να μετακομίσουν στο καινούργιο τους σπίτι. Καθώς ήταν καλοκαίρι, πήγαν πρώτα διακοπές και, μόλις γύρισαν, κανόνισαν τη μετακόμιση.

Και να τους πια στο καινούργιο σπίτι.

2. Κωδικός εισόδου

 

Ο Αλέξης δεν ήξερε και πολλά πράγματα γι’  αυτό το μυστηριώδη θείο, τον Πάρι. Ήταν αδελφός (ή μήπως ξάδελφος;) της μαμάς του μπαμπά (δηλαδή της γιαγιάς του) ή της αδελφής της γιαγιάς του (δηλαδή της θείας του μπαμπά του). Ούτε είχε καταλάβει ποτέ του καλά καλά τί ακριβώς έπαιζε με αυτόν τον άγνωστο θείο. Εκείνο που σίγουρα  είχε καταλάβει και χωνέψει πια για τα καλά ήταν πως επειδή αυτός ο θείος ήταν ανύπαντρος και δεν είχε παιδιά, ο Αλέξης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη παλιά του ζωή και να μετακομίσει σε αυτό το σπίτι.

.
Χθες λοιπόν το πρωί που έφθασαν, προσπάθησαν να τακτοποιήσουν κάποια βασικά πράγματα μέσα στο σπίτι, ενώ ο Αλέξης, είχε τόσα νεύρα, που δεν καταδέχθηκε ούτε στα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού να μπει. Άφησε τους γονείς του να του στήσουν το κρεβάτι και να του κουβαλήσουν τα κιβώτια με τα πράγματά του στο δωμάτιο εκείνο, που από εδώ και πέρα θα ήταν το δικό του και κλείστηκε μέσα φωνάζοντας πως δεν σκόπευε να πατήσει το πόδι του σε κανένα από τα άλλα δωμάτια του σπιτιού.

.
Τώρα όμως, οι γονείς του έλειπαν. Τώρα ήταν μόνος στο σπίτι. Ποιός θα τον έβλεπε αν έριχνε μια ματιά και στα υπόλοιπα δωμάτια; Κανείς.
«Εμπρός λοιπόν», σκέφτηκε και σαν δεύτερος Κολόμβος ξεκίνησε για την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου!

Το σπίτι είχε τέσσερα δωμάτια και μια τεράστια σαλονοτραπεζαρία.
«Αφού δεν ήταν παντρεμένος και δεν είχε παιδιά, τί το ήθελε τόσο μεγάλο σπίτι;» αναρωτιόταν ο Αλέξης, ανοίγοντας τις πόρτες.
Δύο δωμάτια του σπιτιού ήταν ακόμα επιπλωμένα με τα πράγματα του θείου. Οι γονείς του Αλέξη είχαν  τακτοποιήσει μόνο δυο δωμάτια, τη κρεββατοκάμαρά τους και το δωμάτιο του Αλέξη. Τα υπόλοιπα δωμάτια τα είχαν αφήσει άθιχτα με τα πράγματα του θείου, προσωρινά, μέχρι να αποφασίσουν, πώς θα ταχτοποιηθούν οριστικά. Άλλωστε τα έπιπλά τους, με τα οποία ήταν επιπλωμένο το τριαράκι, που έμεναν μέχρι τότε, χώραγαν άνετα μέσα σε αυτό τεράστιο σπίτι
Το ένα από τα δυο δωμάτια, που είχαν αφήσει απείραχτα, ήταν η κρεβατοκάμαρα του θείου. Ο Αλέξης μπήκε μέσα και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Το μισό περίπου δωμάτιο καταλάμβανε  ένα παλιό, μεγάλο, σιδερένιο κρεβάτι, με ουρανό, από αυτά που ο Αλέξης μόνο στο σινεμά είχε δει. Στο βάθος υπήρχε μια παλιά συρταριέρα, με ένα τεράστιο καθρέφτη από πάνω. Ο Αλέξης άνοιξε τα συρτάρια ένα-ένα αλλά το μόνο που βρήκε ήταν εσώρρουχα, κάλτσες και πετσέτες. Στο βάθος μια μεγάλη ντουλάπα ήταν κι αυτή γεμάτη με αντρικά ρούχα.

.
Μη βρίσκοντας τίποτε άλλο ενδιαφέρον βγήκε από το δωμάτιο. Στη σαλονοτραπεζαρία είχε ρίξει μια ματιά και χθες το απόγευμα. Ήταν δυο μεγάλα συνεχόμενα δωμάτια, που επικοινωνούσαν με τη κουζίνα. Αυτόν το χώρο, ο θείος – που  φαίνεται ότι δεν είχε και ιδιαίτερα έντονη κοινωνική ζωή- τον είχε πολύ αραιά επιπλωμένο, σχεδόν άδειο. Έτσι, η μαμά του Αλέξη είχε βρει την ευκαιρία να στριμώξει στη μια μεριά των δωματίων, κοντά στη κουζίνα τα λιγοστά έπιπλα του θείου και να βολέψει στο υπόλοιπο δωμάτιο το δικό τους σαλονάκι καθώς και το γραφείο του μπαμπά του με τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή.  Το αποτέλεσμα ήταν μάλλον αστείο καθώς τα παλιά και βαριά – σκέτη παλιατζούρα- έπιπλα του θείου προσπαθούσαν να συνυπάρξουν με τα δικά τους, τα μοντέρνα και πολύχρωμα. Η μαμά του βέβαια είχε πει ότι προσωρινά μόνο θα έμεναν έτσι τα πράγματα και ότι θα πέταγε σε πρώτη ευκαιρία, τα παλιά έπιπλα. Προς το παρόν όμως, απ΄ ό, τι είχε καταλάβει ο Αλέξης, δεν περίσσευαν χρήματα για να αγοράσουν άλλα καινούργια έπιπλα για να γεμίσει ο χώρος.

.
Ο Αλέξης άνοιξε τη πόρτα του άλλου δωματίου, που ήταν γεμάτο με τα πράγματα του θείου. Εδώ πρέπει να ήταν το γραφείο του. Οι τοίχοι γύρω γύρω ήταν σκεπασμένοι με μια τεράστια βιβλιοθήκη, γεμάτη βιβλία. Ο Αλέξης έπαθε σοκ. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξαναδεί τόσα βιβλία μαζεμένα. Στο κέντρο του δωματίου ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο. Και πάνω στο γραφείο ένας υπερσύγχρονος ηλεκτρονικός υπολογιστής. Ο Αλέξης τον κοίταξε με απορία. Από όσα είχε καταλάβει φανταζόταν πως ο θείος θα πρέπει να ήταν αρκετά ηλικιωμένος και η εμπειρία του του έλεγε πως οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν τα πήγαιναν γενικώς καλά με αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου, όπως συνήθως τα αποκαλούσε  η γιαγιά του.
«Τι μπορεί να έκανε με το κομπιούτερ ο θείος;» σκέφτηκε ο Αλέξης και γεμάτος περιέργεια πάτησε το κουμπί για να ξεκινήσει ο υπολογιστής.
Η οθόνη φωτίστηκε και εμφανίστηκε το μήνυμα

«Δώστε κωδικό εισόδου»

«Αλα ο θείος», φώναξε ενθουσιασμένος ο Αλέξης, «να και τα συνθηματικά. Τι μπορεί να έκρυβε στο δίσκο του, και  είχε βάλει απαγόρευση ελεύθερης πρόσβασης;»
Ο Αλέξης δεν είχε και πολύ μεγάλη εμπειρία από ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Είχαν έναν, που τον χρησιμοποιούσε ο μπαμπάς του, και καμιά φορά καθόταν και ο Αλέξης για να παίξει κανένα παιχνίδι ή για να κάνει καμιά εργασία για το σχολείο ή για να σερφάρει λίγο στο Ιντερνετ. Οι γνώσεις του έως εκεί έφταναν.

«Για να δούμε» σκέφτηκε. «Τί σύνθημα θα μπορούσε να είχε βάλει ο θείος; Σίγουρα το όνομά του.»  Κάθησε άνετα στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα και πληκτρολόγησε: «ΠΑΡΙΣ». Στην οθόνη εμφανίστηκε καινούργιο μήνυμα «Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό  Κωδικό Εισόδου»

«Μπά» σκέφτηκε ο Αλέξης. «Δυσκολεύουν τα πράγματα. Τι άλλο μπορεί να είναι; Μήπως το όνομά του στα Αγγλικά;» Πληκτρολόγησε λοιπόν «PARIS» μα εισέπραξε και πάλι το ίδιο μήνυμα «Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό Εισόδου»

«Να πάρει η ευχή» σκέφτηκε ο Αλέξης. «Τι άλλο να δώσω;»  Κυττάζοντας με απόγνωση το δωμάτιο, το μάτι του έπεσε στο μεγάλο τηλέφωνο στα δεξιά του γραφείου. Επάνω ήταν σημειωμένος ο αριθμός : 5433187. Πλησίασε τον υπολογιστή και πληκτρολόγησε τον αριθμό του τηλεφώνου.

«Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό Εισόδου»

Ο Αλέξης το πήρε απόφαση. Για να κατορθώσω να μπω εκεί μέσα πρέπει να μάθω περισσότερα για το θείο. Θα ρωτήσω το βράδυ το μπαμπά. Ο θυμός του είχε εξανεμιστεί και οι αποφάσεις του να μην ξαναμιλήσει στους γονείς του είχαν πάει περίπατο. Τον έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι ήταν αυτά τα αρχεία στο κομπιούτερ του θείου, που ήταν τόσο καλά κρυμμένα. Άρχισε λοιπόν να ετοιμάζει ένα κατάλογο με τα πράγματα που έπρεπε να μάθει για το θείο, και που θα χρησίμευαν σαν πιθανοί κωδικοί εισόδου.
1.Ημερομηνία γενεθλίων
2. Αγαπημένα άτομα
3. Σημαντικές ημερομηνίες
4. Άλλα ενδιαφέροντα κ.λπ.
«Είμαι σίγουρος πως βλακείες είναι όλα αυτά και ότι δεν  υπάρχει τίποτε της προκοπής μέσα στον υπολογιστή,  αλλά πρέπει να μάθω» σκεφτόταν όλη μέρα, που τη πέρασε από δωμάτιο σε δωμάτιο, με το μυαλό του στο πρόβλημα. Κάθε φορά που του ερχόταν κάποια ιδέα στο κεφάλι έτρεχε στο γραφείο του θείου και πληκτρολογούσε κάποια λέξη ή κάποιον αριθμό. Μα πάντα έπαιρνε το ίδιο μήνυμα.

«Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό Εισόδου».


3.  Ο Αγνωστος Θείος

 

Προς το μεσημέρι, απογοητευμένος από τα αποτελέσματα των προσπαθειών του, αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από το φίλο του, το Χρήστο, που ήταν πιο εξοικειωμένος με τους υπολογιστές, απ΄ ό, τι ήταν ο ίδιος.
Τον πήρε λοιπόν τηλέφωνο:
«Ξύπνησες;» τον ρώτησε, μόλις άκουσε ένα νυσταγμένο «Ναιαιαι;» από την άλλη μεριά της συσκευής.
«Ναι» απάντησε ο Χρήστος, πνίγοντας ένα χασμουρητό. «Εδώ και μισή ώρα περίπου»
«Πώς τα κατάφερες, βρε θηρίο;» ρώτησε πειραχτικά ο Αλέξης «Ούτε μία δεν είναι ακόμα καλά-καλά»
«Ωχ» νευρίασε ο Χρήστος «κήρυγμα θα μου κάνεις και συ, όπως ο πατέρας μου; Παράτα με, πρωινιάτικα»
«Πρωινιάτικα; Χμ, δε θα το ΄λεγα» απάντησε ο Αλέξης εξακολουθώντας να πειράζει το φιλαράκι του.
«Πες μου τα δικά σου» είπε ο Χρήστος. «Πώς πήγε η μετακόμιση;»
«Πώς ήθελες να πάει;» απάντησε ο Αλέξης με έναν αναστεναγμό. «Όλα τελείωσαν»
«Ωραίο το σπίτι;»
«Ωραίο. Μα… τι τα θές;»
«Έλα, Αλέξη, μη στεναχωριέσαι. Εμείς πάντως δε θα χαθούμε, να είσαι σίγουρος.» τον διαβεβαίωσε ο Χρήστος «Αν νομίζεις ότι θα με ξεφορτωθείς μόνο και μόνο επειδή μετακόμισες στην άλλη άκρη της πόλης είσαι πολύ γελασμένος.»
«Μακάρι» μουρμούρισε ο Αλέξης. «Πάντως, ουδέν καλόν αμιγές κακού».
«Ανάποδα το λες» τον έκοψε ο Χρήστος ‘Ουδέν κακόν αμιγές καλού’ είναι η σωστή έκφραση, αν θες να πεις ότι από όλο το κακό της μετακόμισης βγήκε και κάτι καλό.»
«Μάλιστα κύριε καθηγητά,» είπε ειρωνικά ο Αλέξης. «Αυτό ακριβώς θέλω να πω»
«Μπα, και τι καλό βγήκε;»
«Βρήκα ένα κομπιούτερ, και θα προσπαθήσω να πείσω το πατέρα μου να μου το χαρίσει, να το έχω για δικό μου»
«Ενδιαφέρον» απάντησε ο Χρήστος. «Τι προγράμματα έχει;»
«Ιδέα δεν έχω. Για να μπω χρειάζομαι κάποιο κωδικό» είπε ο Αλέξης και άρχισε να εξιστορεί στο φίλο του όλες τις προσπάθειές του για να μπει στον υπολογιστή του θείου. «Έχεις καμιά καλή ιδέα;» κατέληξε.
«Τι ιδέα να ‘χω; Δεν τον ήξερα καν τον άνθρωπο. Που να ξέρω τι κωδικό μπορεί να έχει βάλει;»
«Θα ρωτήσω τον πατέρα μου για γενέθλια και τίποτε άλλες ημερομηνίες, αλλά για σκέψου και εσύ. Tι άλλο θα ήταν χρήσιμο;»
«Ξέρω γω;» απάντησε ο Χρήστος έντονα προβληματισμένος. «Για δοκίμασε να μάθεις τι ομάδα ήταν»
Ο Αλέξης έπεσε από τα σύννεφα. «Μα είσαι με τα καλά σου;» τον ρώτησε « Το όνομα ποδοσφαιρικής ομάδας για κωδικό πρόσβασης; Είσαι σοβαρός;»
«Ναι, γιατί;» απάντησε πειραγμένος ο Χρήστος. «Εγώ, κάτι τέτοιο θα έβαζα για σύνθημα»
«Δε θα το σχολιάσω» είπε ο Αλέξης. «Παιδί μου, γέρος άνθρωπος ήταν, το καταλαβαίνεις;»
«Το ποδόσφαιρο δεν κάνει διακρίσεις ηλικίας ή θρησκείας» αποφάνθηκε σοβαρά σοβαρά ο Χρήστος.
«Τι να σου πώ τώρα!» είπε ο Αλέξης. «Κοίτα μήπως σκεφτείς τίποτε της προκοπής και τα ξαναλέμε. Γεια σου προς το παρόν»
«Γεια σου» είπε και ο Χρήστος.

.
.
Κλείνοντας το τηλέφωνο ο Αλέξης έφυγε  σφαίρα για το γραφείο του θείου.
«Ποδοσφαιρική ομάδα ε; Που ξέρεις καμιά φορά;» και κάθησε και πληκτρολόγησε όλα τα ονόματα των ποδοσφαιρικών ομάδων, που μπορούσαν να του έρθουν στο μυαλό. Μέχρι και τη τοπική ομάδα του χωριού του μπαμπά του έδωσε μα…τζίφος.
«Τι να κάνουμε;» αναστέναξε στο τέλος ο Αλέξης.  «Φαίνεται πως ο θείος δεν ήταν και πολύ φίλαθλος»

.

.
Το απόγευμα γύρισε η μαμά του από τη δουλειά και λίγο αργότερα και ο μπαμπάς του.
«Λοιπόν, Αλέξη; Τί έκανες όλη μέρα;» τον ρώτησαν.
«Τίποτε συγκεκριμένο» απάντησε ο Αλέξης, που όσο και να τον έτρωγε η περιέργεια δεν ήθελε να καταλάβουν τίποτε οι γονείς του. «Χάζευα τα δωμάτια, είδα λίγη τηλεόραση, πήρα το Χρήστο τηλέφωνο. Να, αυτά.»
Η μητέρα του ετοίμασε φαγητό και κάθισαν στο τραπέζι.
«Λοιπόν» τον ρώτησε ο πατέρας του, «ηρέμησες τώρα; συνήθισες το καινούργιο σου σπίτι;»
«Εμένα μου λες;», σκέφτηκε ο Αλέξης, αλλά απάντησε στο πατέρα του:
«Αχ, μπαμπά, καταλαβαίνεις πόσο άσχημη είναι για μένα αυτή η αλλαγή. Κάπως δεν πρέπει να με αποζημιώσεις;»
«Δηλαδή, τι εννοείς;»  ρώτησε ο πατέρας του.
«Να, σήμερα σε ένα από τα δωμάτια βρήκα έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Είναι παλιός και μάλλον ξεπερασμένης τεχνολογίας. Αλλά φαντάζομαι πως για τις σχολικές μου εργασίες  θα κάνει. Μπορώ να τον κρατήσω για δικό μου;»
«Θα δούμε» απάντησε  μπαμπάς του.
«Έλα τώρα, μπαμπά. Αν έχω δικό μου υπολογιστή δεν θα ανοίγω το δικό σου, που όλη την ώρα φοβάσαι μη τον χαλάσω και μη χάσω τίποτε αρχεία, από τα σημαντικά που έχεις. Έλα, τώρα, με κουβαλήσατε εδώ. Χαρίστε μου τουλάχιστον αυτό το κομπιούτερ.»
«Ναι, μωρέ Γιώργο», είπε και η μαμά, «Τι σε πειράζει να το δώσουμε στο παιδί;»
«Δε με πειράζει,»  απάντησε ο μπαμπάς, «Απλώς να δούμε τι αρχεία μπορεί να έχει μέσα.»
«Καλά τώρα,» είπε ο Αλέξης «τι αρχεία και κουραφέξαλα; Γέρος δεν ήταν ο θείος;
Τι αρχεία θα μπορούσε να έχει ένας γέρος;»
Ο μπαμπάς γέλασε τρανταχτά.
« Γέρος, ναι, πράγματι. Άντε νίκησες. Μπορείς να κρατήσεις τον υπολογιστή»
«Ευχαριστώ μπαμπά. Αλήθεια ξέρεις τι σκεφτόμουν σήμερα; Δεν ξέρω σχεδόν τίποτε γι’  αυτό το μυστηριώδη θείο. Δεν πρέπει να μου πεις μερικά πράγματα;»
« Μπα, γιατί;» τον  ρώτησε ο πατέρας του. «Σε έπιασε ο πόνος;»
«Όχι, αλλά να, ζούμε στο σπίτι του. Μας έκανε αυτό το καλό και μας χάρισε ένα σπίτι, που μόνοι μας δεν θα μπορούσαμε ποτέ να αγοράσουμε. Ε! Να μην ξέρω κάτι και εγώ γι΄ αυτόν;»
«Δεν έχεις και άδικο» είπε ο πατέρας του. «Λοιπόν, τι θες να μάθεις;»
«Πρώτα πρώτα, πότε γεννήθηκε;»
«Α! Μακριά τη πας τη βαλίτσα. Που να ξέρω εγώ πότε γεννήθηκε; Γύρω στα 1930 απ΄ όσο μπορώ να υπολογίσω.»
«Α! Οχι!» επέμεινε ο Αλέξης « Θέλω να μου πεις ακριβώς την ημερομηνία, που είχε γενέθλια.»
«Αλέξη, δε ξέρω τόσες λεπτομέρειες, Μπα σε καλό σου, τι σε έπιασε;» ρώτησε απορημένος ο πατέρας του.
«Καλά, πες μου τότε όσα ξέρεις.», απάντησε απογοητευμένος ο Αλέξης.
«Να, ο Πάρις ήταν πρώτος ξάδελφος της μαμάς μου, της γιαγιάς σου δηλαδή. Ήταν καθηγητής μαθηματικών και…» άρχισε ο πατέρας του.
«Μαθηματικών; Έτσι λοιπόν εξηγείται το κομπιούτερ» αναφώνησε με ενθουσιασμό ο Αλέξης .  «Ήταν σχετικός.»
«Ναι, βέβαια. Και μάλιστα λένε ότι ήταν πολύ καλός μαθηματικός. Τον θεωρούσαν ιδιοφυία».
«Παντρεύτηκε ποτέ ; έκανε παιδιά;»
«Μπά. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στην επιστήμη του. Καθόταν, λέγανε, με τις ώρες και έλυνε προβλήματα μαθηματικών. Προσπαθούσε να λύσει τα άλυτα προβλήματα των αρχαίων, να τετραγωνίσει τον κύκλο, να τριχοτομήσει μια γωνία και κάτι τέτοια.»
«Τέρμα πωρωμένος δηλαδή», δήλωσε ο Αλέξης, που είχε αρχίσει κιόλας να φτιάχνει με τη φαντασία του την εικόνα του άγνωστου θείου.
«Πωρωμένος;» Ο πατέρας του τον κοίταξε αυστηρά. «Δεν είναι ωραία έκφραση αυτή, Αλέξη. Αγαπούσε απλώς υπερβολικά την επιστήμη του. Αγαπούσε τα μαθηματικά τόσο, που δεν του έμενε ούτε μυαλό ούτε χρόνος να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Γι΄ αυτό και δεν κατόρθωσε ποτέ του να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Μάλιστα λένε, ότι αφότου πήρε τη σύνταξή του και σταμάτησε να δουλεύει σαν καθηγητής  έμενε σχεδόν όλη μέρα κλεισμένος εδώ μέσα και κάτι μελετούσε. Ήταν κάτι που το θεωρούσε πολύ σοβαρό και δεν μίλαγε ποτέ γι΄ αυτό σε κανέναν.»
« Και τόσο μεγάλο σπίτι τι το ήθελε;» συνέχισε ακάθεκτος τις ερωτήσεις ο Αλέξης.
« Α! Αυτό το είχε κληρονομήσει από τους γονείς του. Το σπίτι αυτό είναι παμπάλαιο και πηγαίνει από γενιά σε γενιά. Αν είχε κάνει γιό θα το κληρονομούσε ο γιός του.»
«Εσύ μπαμπά, ερχόσουν κάποιες φορές και τον έβλεπες. Πώς και δεν με είχες πάρει ποτέ μαζί σου να τον γνωρίσω;»
«Εγώ ερχόμουν, γιατί με είχε παρακαλέσει η γιαγιά σου, που τον υπεραγαπούσε. Βλέπεις, αυτός ήταν το καμάρι, το μυαλό της οικογένειας. Και καθώς δεν είχε κανέναν στο κόσμο να τον φροντίζει τον είχαν  αναλάβει οι ξαδέλφες του, η γιαγιά σου και η αδελφή της. Έτσι, ερχόμουνα μια φορά περίπου το μήνα να δω αν είναι καλά, αν χρειάζεται τίποτε. Όμως, όπως σου είπα, ήταν μάλλον μυστήριος άνθρωπος. Ήταν πάντα βιαστικός και έδειχνε ότι καιγόταν να πάει να συνεχίσει αυτό που έκανε, πριν έρθω και τον διακόψω. Ήταν βέβαια πολύ ευγενικός αλλά, όση ώρα του μιλούσα,  μου έδινε την εντύπωση ότι καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα και ότι δεν έβλεπε την ώρα να φύγω. Γι αυτό και δε σε είχα πάρει ποτέ μαζί μου. Θα βαριόσουν και μάλλον θα τον ενοχλούσαμε περισσότερο.»
«Μα, καλά τι ήταν αυτό που έκανε; Τι μελετούσε;» ρώτησε ο Αλέξης με φουντωμένη τη περιέργεια.
« Κανείς δεν ξέρει. Δεν είχε πει τίποτε σε κανέναν. Μόνο μια φορά είπε σε εμένα:  «Γιώργο, είμαι στα πρόθυρα μιας συγκλονιστικής ανακάλυψης. Μιας ανακάλυψης, που θα φέρει τον κόσμο τα πάνω κάτω». Μα όταν τον ρώτησα τι ακριβώς ανακάλυψη ήταν αυτή, δεν θέλησε να μου πει. «Άσε να το σιγουρέψω πρώτα» ήταν η μόνη απάντηση που μου έδωσε. Εκτοτε δεν μου ξανάκανε κουβέντα και, από διακριτικότητα,  δεν τον ρώτησα ποτέ ξανά κι εγώ» συνέχισε ο πατέρας του.
«Αλέξη, η ώρα πέρασε», επενέβη στη κουβέντα η μητέρα του, που όλη εκείνη την ώρα παρακολουθούσε σιωπηλή τη συζήτηση. «Καιρός για το κρεββάτι σου».
Ο Αλέξης φίλησε τους γονείς του και πήγε στη κρεββατοκάμαρά του να ξαπλώσει. Όσα είχε μάθει για το θείο ήταν βέβαια πολύ ενδιαφέροντα, είχαν εξάψει τη φαντασία του αλλά δεν τον βοηθούσαν καθόλου για να βρει το κωδικό να μπει στον υπολογιστή. Στον υπολογιστή, που τώρα πια ήταν βέβαιος ότι έκρυβε το μεγάλο μυστικό του θείου.

 

 

4. ΣΙΡΑΠ

 

Τις επόμενες ημέρες ο Αλέξης, τα πρωινά, με πείσμα μπροστά στο κομπιούτερ επέμενε να πληκτρολογεί λέξεις και αριθμούς, προσπαθώντας να βρεί το κρυμμένο συνθημα.

» Τα πιο κοντινά του άτομα ήταν η γιαγιά μου και η αδελφή της, σκεφτόταν και πληκτρολογούσε : ΜΑΡΙΑ, ΑΝΝΑ.»

» Λάτρευε τα μαθηματικά, τι θα μπορούσε να έχει δώσει; ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ, ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ, ΘΕΩΡΗΜΑ, ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ, ΑΛΓΕΒΡΑ, ΤΡΙΓΩΝΟΜΕΤΡΙΑ, ΓΩΝΙΑ, ΗΜΙΤΟΝΟ, ΣΥΝΗΜΙΤΟΝΟ…………»

« Ημερομηνία γέννησης…. Τι είπε ο μπαμπάς; γεννήθηκε το 1930»

Και με απίστευτη υπομονή πληκτρολογούσε όλες τους συνδυασμούς ημερομηνιών του 1930: 1/1/1930, 2/1/1930….. 30/12/1930, 31/12/1930 .

Μα, όλα μάταια. Το άσπλαχνο κομπιούτερ του πέταγε κάθε φορά στα μούτρα το ίδιο μήνυμα «Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό εισόδου»

Όταν εξάντλησε εντελώς τη φαντασία του στράφηκε για βοήθεια στη τεράστια βιβλιοθήκη, στον απέναντι τοίχο. «Ας ρίξω μια ματιά, μήπως και έχει αφήσει κανένα ημερολόγιο με τίποτε σημειώσεις», σκέφτηκε, συνειδητοποιώντας όμως σχεδόν αμέσως  ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον απίθανο μια που, αν ο θείος κρατούσε ημερολόγιο, θα φρόντιζε να το κρατάει καλά ασφαλισμένο μέσα στον υπολογιστή μαζί με τα υπόλοιπα μυστικά του. «Δεν χάνω όμως τίποτε να κυττάξω» σκέφτηκε. Πλησίασε με δέος τη βιβλιοθήκη και με απίστευτη υπομονή άρχισε να διαβάζει τους τίτλους των βιβλίων με τη σειρά. Κάθε φορά που έβρισκε κάτι, που το θεωρούσε σημαντικό, πληκτρολογούσε στο κομπιούτερ, αλλά … μάταια.

«Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό εισόδου»

Την έβδομη μέρα ο Αλέξης έπλεε σε πελάγη μαύρης απελπισίας. Όλες οι προσπάθειές του είχαν αποβεί άκαρπες. Μάταια αυτός και ο Χρήστος είχαν ενώσει τα μυαλά τους ψάχνοντας να βρουν τον πολυπόθητο κωδικό. Το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο : «Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό εισόδου»

Ο Αλέξης ήταν πια σίγουρος ότι το μυστικό του θείου είχε χαθεί για πάντα. Καθόταν στο μεγάλο γραφείο κρατώντας το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Τις τρείς τελευταίες ώρες καθόταν μπροστά στο κομπιούτερ πληκτρολογώντας κάθε πιθανή και απίθανη λέξη, που του ερχόταν στο μυαλό καθώς και κάθε πιθανό συνδυασμό αριθμών. Το κεφάλι του τον πονούσε και τα μάτια του έκαναν πουλάκια.

 

«Τέρμα», αποφάσισε. «Ποτέ δεν θα τα καταφέρω. Όχι, μόνο δεν θα μπορέσω να μάθω τα μυστικά του θείου αλλά και  το κομπιούτερ μου είναι τελείως άχρηστο, μια που δεν μπορώ να το ανοίξω. Τι γκίνια κι αυτή!»

Μην έχοντας τί άλλο να κάνει, σηκώθηκε, έφυγε από το γραφείο και μηχανικά κατευθύνθηκε προς τη κρεββατοκάμαρα του θείου. Αυτό το δωμάτιο, που το είχε εξερευνήσει από τη πρώτη κιόλας ημέρα, δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Δεν κατάλαβε και ο ίδιος τί ήθελε εκεί μέσα. Μπήκε όμως και άρχισε να περιεργάζεται,  τα διάφορα πράγματα: Το μεγάλο κρεββάτι με τον ουρανό και τη ντουλάπα με τα ρούχα του θείου.

Πλησίασε τη συρταριέρα και ξανάνοιξε ένα-ένα όλα τα συρτάρια, σκαλίζοντας παντού, με τη κρυφή ελπίδα ότι θα έβρισκε κανένα χαρτάκι, όπου ο θείος θα είχε σημειώσει το κωδικό, για την απίθανη περίπτωση, που θα τον ξέχναγε. Τίποτε. Σήκωσε το κεφάλι του και κοιτάχτηκε στο μεγάλο καθρέφτη με τη ξύλινη κορνίζα, που κάλυπτε το πάνω μέρος του επίπλου.

«Τζίφος μεγάλε»,  μονολόγησε στον εαυτό του.

Εκείνη τη στιγμή, με την άκρη του ματιού του, διέκρινε κάποια σημαδάκια στο κάτω μέρος του καθρέφτη, στο σημείο, όπου αντικαθρεφτιζόταν η κορνίζα. Κύτταξε καλύτερα.  Ήταν γράμματα. Διάβασε : «ΣΙΡΑΠ».

«Τι είναι πάλι αυτό;» σκέφτηκε.  Έβαλε το χέρι του και έψαξε προσεκτικά τη κορνίζα. Με ένα μικρό μαχαιράκι κάποιος είχε χαράξει τη λέξη ΠΑΡΙΣ, αλλά ανάποδα, έτσι ώστε μέσα από το καθρέφτη να διαβάζεται ΣΙΡΑΠ. Το μυαλό του Αλέξη άρχισε να τρέχει με χίλια. Ο θείος (ποιός άλλος;) χάραξε αυτή τη λέξη. Γιατί όμως; Ένας μεγάλος άνθρωπος δεν χάνει το χρόνο του με τέτοιες σαχλαμάρες σαν μικρό παιδί, να καταστρέφει τα έπιπλα χαράζοντάς τα. Και γιατί χάραξε ανάποδα τη λέξη, ώστε να διαβάζεται μόνο μέσα από το καθρέφτη; Μήπως είναι κάποιο μήνυμα; Μήπως…;

Τρέχοντας σα σφαίρα, ο Αλέξης έφτασε μπροστά στο κομπιούτερ και πληκτρολόγησε, με χέρι που έτρεμε «ΣΙΡΑΠ». Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε πως θα του έβγαινε από το στόμα. Και, ώ τι θαύμα !!! Επι τέλους!!! Το αναθεματισμένο μήνυμα δεν εμφανίστηκε ξανά.  Αντίθετα ο υπολογιστής προχώρησε και στην οθόνη εμφανίστηκαν τα χαρακτηριστικά εικονίδια. Ο Αλέξης, μόνο που  δεν έκλαιγε από τη χαρά του. Με τρεμάμενο χέρι έπιασε το ποντίκι και άρχισε να ψάχνει ένα ένα όλα τα αρχεία, που βρήκε.

Τι απογοήτευση! Πέρα από κάποια έγγραφα του θείου και ασκήσεις μαθηματικών δεν περιείχαν απολύτως τίποτε άλλο το συνταρακτικό.

Ο Αλέξης, με αφάνταστο εκνευρισμό έχωσε μια σφαλιάρα στην οθόνη. «Ηλίθιο μηχάνημα!!!» Μουρμούρισε θυμωμένος. «Έχασα σα το βλάκα τόσες μέρες, έσπασα το κεφάλι μου ψάχνοντας να μπω, για να δω τί; κάποιες βλαμμένες ασκήσεις μαθηματικών. Α! Να χαθείς, δε φταίει κανείς, φταίω εγώ, που κάθησα και ασχολήθηκα με τον τρελλάρα το θείο. ΣΙΡΑΠ και κουραφέξαλα.»

Βγήκε από το δωμάτιο, παρατώντας το κομπιούτερ ανοιχτό, και πήγε μέχρι το ψυγείο να πάρει λίγο σταφύλι να φάει. Βούλιαξε μέσα σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι, μασουλώντας με μανία και μουρμουρίζοντας

«Βλαμμένο μηχάνημα…Τρελλάρα θείε…Ηλίθια μαθηματικά.»

Σιγά, σιγά ηρέμησε.

«Εντάξει μωρέ» σκέφτηκε. «Και τι έγινε στο κάτω κάτω; Το θετικό της ιστορίας είναι ότι ο μπαμπάς μου χαρίζει αυτό το κομπιούτερ και έτσι δεν θα έχω ανάγκη να τον παρακαλάω για να κάθομαι στο δικό του. Θα μπαίνω στο ΄Ιντερνετ όποτε θέλω, θα στέλνω μηνύματα στους φίλους μου.» Μια σκέψη άστραψε στο μυαλό του.

«Δεν πάω να στείλω ένα μήνυμα στο Χρήστο, να το δοκιμάσω, να δω πώς δουλεύει;» Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα, όπου είχε αράξει και ξαναπήγε στο γραφείο του θείου. Κάθησε, ήρεμος πια, μπροστά στην οθόνη και έκανε κλικ στο εικονίδιο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η οθόνη άσπρισε εντελώς χωρίς να βγάζει καμία απολύτως ένδειξη.

«Ωραία!» σκέφτηκε ο Αλέξης, κυττώντας περίλυπος τη λευκή οθόνη. «Κονομήσαμε!» Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και προφανώς το ΄Ιντερνετ δεν λειτουργούν. Περίμενε λίγο, μήπως γίνει κάτι, αλλά τίποτε. Η λευκή οθόνη τον κοίταζε παγερά. Έσκυψε κάτω από το γραφείο, ψάχνοντας να βρει τη σύνδεση του καλωδίου του υπολογιστή στην τηλεφωνική γραμμή, με την κρυφή ελπίδα, ότι το καλώδιο μπορεί και να είχε φύγει από τη θέση του. Τίποτε. Δεν υπήρχε καλώδιο, που να πηγαίνει σε τηλεφωνική γραμμή, πράγμα που, απ’  όσο ήξερε ο Αλέξης, σήμαινε ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Ιντερνετ. Σηκώθηκε πάλι όρθιος.

«Μωρέ μπράβο !» σκέφτηκε απογοητευμένος. «Ωραίος μαθηματικός ήταν ο θείος. Ούτε μια σύνδεση στο Ιντερνετ δεν είχε . Δε βαριέσαι. Θα ψήσω το μπαμπά να μου το συνδέσει εκείνος. Τώρα όμως τί γίνεται;»  αναρωτήθηκε κυττώντας τη λευκή οθόνη, που παρέμενε πεισματικά λευκή.  «Φαίνεται να έχουν παγώσει όλα. Πώς θα το κλείσω το ρημάδι;»  Κούνησε νευρικά το ποντίκι, μήπως και ξεκολλήσει το πρόγραμμα  και τότε, απροειδοποίητα εντελώς, στην οθόνη άρχισαν να εμφανίζονται γράμματα, που σχημάτισαν τη φράση:

«Πού ήσουν τόσο καιρό;»


5.  Φωνή από το πουθενά

 

Ο Αλέξης παγωμένος κύτταζε τη πρόταση, στην οθόνη και το δείκτη στο τέλος της, που αναβόσβηνε σαν να περίμενε απάντηση. Δεν ήξερε πολλά από υπολογιστές, αλλά ήταν σίγουρος πως αυτό, που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν φυσιολογικό.
Πλησίασε το πληκτρολόγιο και έγραψε «Ποιός είσαι;»
Σε μερικά δευτερόλεπτα ήρθε η απάντηση: «Εσύ ποιός είσαι;».
Ο Αλέξης μέτρησε όλες τις πιθανότητες. Κάποιος άγνωστος, με έναν  απίθανο τρόπο,   του έστελνε μηνύματα, νομίζοντας προφανώς πως μίλαγε με το θείο Πάρι.
«Είμαι ο Αλέξης.»
«Πού είναι ο Πάρις;»
«Δεν είναι πια μαζί μας. Εσύ όμως ποιός είσαι;»
«Είμαι κάποιος, απ΄ έξω.»
«Πού έξω δηλαδή;»
«Από εδώ, απ΄ έξω.»
Ο Αλέξης σταμάτησε σκεφτικός. Τι να εννοούσε άρα γε αυτός ο άγνωστος λέγοντας «απ΄ έξω;»
Πριν προφτάσει όμως να ολοκληρώσει τη σκέψη του, ήρθε καινούργια ερώτηση από τον άγνωστο.
«Τί σχέση έχεις με τον Πάρη;»
«Ήταν θείος μου, δηλαδή θείος του μπαμπά μου.»
«Ήταν; Δηλαδή θες να πεις πως ο Πάρις…»
Ο ξένος δεν αποτελείωσε τη πρότασή του και ο Αλέξης έκρινε καλό να πληκτρολογήσει ένα σκέτο «Ναι» στην οθόνη.
Για μερικά λεπτά η οθόνη έμεινε εντελώς λευκή. Σε λίγο όμως ο ξένος συνέχισε την παράξενη αυτή επικοινωνία:
« Και δεν σας είχε πει τίποτε για μένα;»
« Ποιόν εσένα δηλαδή;»
« Εμένα, απ΄ έξω.»
«Α! Δε βγαίνει έτσι άκρη». σκέφτηκε ο Αλέξης. «Λες να με δουλεύει ο τύπος;»
Μα την ίδια στιγμή άκουσε τη φωνή της μαμάς του.
«Ωχ, πρέπει να κλείσω» σκέφτηκε, μαντεύοντας τη νευρική κρίση που θα πάθαινε η μαμά του αν ανακάλυπτε πως ο γιός της επικοινωνούσε με κάποιον άγνωστο και μάλιστα με έναν εντελώς μυστήριο και ακατανόητο τρόπο. Έγραψε λοιπόν γρήγορα στην οθόνη

«Πρέπει να φύγω τώρα. Γειά σου. Θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή.» Και βιαστικά, χωρίς να περιμένει απάντηση από τον άγνωστο, έκλεισε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.
.

Ισα, που πρόλαβε, καθώς η μαμά του εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο.
«Τι κάνεις μωρό μου, πώς πέρασες;»
«Δε βαριέσαι, αδιάφορα», απάντησε ο Αλέξης μουρμουρίζοντας σχεδόν, με το μυαλό του στον άγνωστο.
«Τελικά βρήκες τίποτε ενδιαφέρον στον υπολογιστή του θείου;» ξαναρώτησε η μαμά του.
«Μπα», είπε ο Αλέξης «ούτε ένα παιχνιδάκι δεν έχει μέσα. Θα δω τι θα κάνω».
«Καλά», απάντησε η μητέρα του. «Θα τη βρείς την άκρη, είμαι σίγουρη. Προς το παρόν, εγώ πάω να αλλάξω και να ετοιμάσω το φαγητό. Λογικά, όπου να ΄ναι θα επιστρέψει και ο πατέρας σου.»
Και έφυγε για τη κουζίνα, αφήνοντας τον Αλέξη, χαμένο στα ερωτηματικά του.
– Ποιος ήταν ο άγνωστος;
– Με ποιο τρόπο επικοινωνούσε μαζί του;
– Τι σχέση είχε με τον Πάρη;
– Και το κυριότερο: Όταν έλεγε  «απ΄ έξω»  τι να εννοούσε άρα γε;

.

Όταν οι γονείς του τον φώναξαν για φαϊ, ήταν τόσο χαμένος στις σκέψεις του, που χρειάστηκε να τον φωνάξουν και δεύτερη φορά για να ακούσει και να πάει να τους συναντήσει στη κουζίνα. Έφαγε βιαστικά μια – δυο μπουκιές, καθώς όλα αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα, του είχαν κάνει το κεφάλι καζάνι.
«Τι έχεις Αλέξη;» Τον ρώτησε ο πατέρας του.
Λίγο πονοκέφαλο, απάντησε αφηρημένα.
«Κατάλαβα. Όλη μέρα στον υπολογιστή την έβγαλες ε;» ρώτησε ψιλοαπειλητικά η μητέρα του.
«Ωχ, ρε μαμά, δε φτάνει, που με κουβαλήσατε εδώ, που δεν έχω τι να κάνω όλη μέρα, θα μου τη πείτε κι από πάνω;»

Και, τάχα μου θυμωμένος, ο Αλέξης, σηκώθηκε να πάει στο δωμάτιό του να ξαπλώσει και να ξανασκεφτεί τη περίεργη μέρα του.

6 . Μήνυμα στ΄ αστέρια

 

Την άλλη μέρα ξύπνησε νωρίς νωρίς για να συνεχίσει τη κουβεντούλα με τον άγνωστο.
Έδωσε το σύνθημα, άνοιξε το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και περίμενε λίγο. Μόλις εμφανίστηκε η λευκή οθόνη πληκτρολόγησε :
«  Είσαι ακόμα εκεί;»
«  Ναι.»
« Πες μου τώρα, ποιός είσαι; Από πού μου μιλάς; Πώς είναι δυνατόν να επικοινωνούμε, αφού ο υπολογιστής δεν είναι συνδεδεμένος στο Ίντερνετ;»
«Σιγά- σιγά» είπε ο άγνωστος. «Μια-μια τις ερωτήσεις. Πες μου όμως κάτι πρώτα. Μου είπες ότι ο Πάρις ήταν θείος του μπαμπά σου.»
«Σωστά.»
«Εσύ, δηλαδή, πόσο χρονών είσαι;»
«Δεκατεσσάρων» απάντησε ο Αλέξης, φουσκώνοντας  λίγο την ηλικία του, για να φανεί μεγαλύτερος στα μάτια του ξένου.
«Χμ, πολύ φοβάμαι ότι δεν θα καταλάβεις, όσο και αν προσπαθήσω να σου εξηγήσω» του έγραψε ο ξένος.
«Δοκίμασέ με» απάντησε  νευριασμένος ο Αλέξης, ενώ σκεφτόταν «Τι στην ευχή, με θεωρεί κανένα νιάνιαρο;»
«Καλά, θα δοκιμάσω,» είπε ο άγνωστος. «Άκου λοιπόν. Ο θείος σου ο Πάρις, είχε κατορθώσει να δημιουργήσει και να εγκαταστήσει, στον υπολογιστή, που έχεις μπροστά σου ένα πρόγραμμα – κώδικα, που πιάνει διάφορα σήματα, από το αχανές σύμπαν και τα μεταφράζει σε μορφή κατανοητή από τους ανθρώπους, σε γράμματα δηλαδή και λέξεις.  Έπιασε λοιπόν τα σήματά μου και …»
«Τα σήματά σου;» διέκοψε βιαστικά ο Αλέξης. «Δηλαδή προσπαθείς να μου πεις ότι βρίσκεσαι κάπου στο διάστημα;»
«Ακριβώς. Όπως λοιπόν σου έλεγα…»
«Στάσου» ξαναδιέκοψε ο Αλέξης, που είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει όλα αυτά τα ακατανόητα. «Επικοινωνώ δηλαδή τόση ώρα με έναν εξωγήινο;»

 

«   Όχι,» διαμαρτυρήθηκε ο ξένος. «Δεν είμαι εξωγήινος.»
«  Τι είσαι δηλαδή;» ρώτησε ο Αλέξης. «Αφού δεν ζεις στη γη όπως εμείς, αλλά σε κάποιο σημείο του αχανούς σύμπαντος, όπως λες ,  είσαι εξωγήινος. Είναι απλό.»
«  Όχι,»  ξαναδιαμαρτυρήθηκε ο ξένος. «Δεν είναι έτσι. Είμαι γήινος και εγώ. Είναι μεγάλη ιστορία. Έχεις όρεξη να τη μάθεις;»
« Ναι, ναι» είπε ο Αλέξης, που η φαντασία του ήδη κάλπαζε.
« Άκου λοιπόν,» συνέχισε ο άγνωστος. «Με λένε Αντρέα. Είμαι επιστήμονας, αστροφυσικός. Πριν από αρκετό καιρό είχα ένα φίλο κολλητό, το Γιάννη. Είχαμε μεγαλώσει μαζί από μικρά παιδιά. Ο Γιάννης ήταν και αυτός αστροφυσικός. Ήμασταν και οι δυο απόλυτα αφοσιωμένοι στην επιστήμη μας. Καθόμασταν μέρες και νύχτες και μελετούσαμε τα μυστήρια του σύμπαντος. Το μεγάλο μας όνειρο ήταν να έρθουμε σε επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς.»
«Μα δεν υπάρχουν εξωγήινοι» διέκοψε ο Αλέξης, πολύ απορημένος.
«Άκου Αλέξη. Στο σύμπαν υπάρχουν δισεκατομμύρια γαλαξίες. Καθένας απ΄ αυτούς τους γαλαξίες περιλαμβάνει δισεκατομμύρια αστέρια. Και εγώ και ο Γιάννης, από παιδιά πιστεύαμε, πως κάπου, μέσα σ΄ αυτό το ατελείωτο πλήθος αστεριών, πρέπει να υπάρχει κάποια μορφή ζωής. Όσο μεγαλώναμε και μελετούσαμε τόσο η άποψή μας αυτή γινόταν πεποίθηση. Μετά από έρευνες πολλών ετών, είχαμε πια πολύ σοβαρές ενδείξεις ότι στον Έψιλον – 62 υπήρχαν κάποιες μορφές ζωής, που παρουσίαζαν έντονες ομοιότητες με τη ζωή στον πλανήτη μας, τη Γη.»
«Ο Έψιλον–62;» ρώτησε απορημένος ο Αλέξης «Τι είναι αυτό; Δεν το έχω ξανακούσει.»
« Είναι ένας αστέρι, πολύ μακριά, από εδώ, σε έναν άλλο γαλαξία, στην Ανδρομέδα.  Η απόσταση, που μας χωρίζει είναι τεράστια, 2 εκατομμύρια έτη φωτός περίπου.»
«Δηλαδή;»  ξαναδιέκοψε που ο Αλέξης, που όλα αυτά του φαίνονταν κινέζικα.

 

«Τις  αποστάσεις στο διάστημα, επειδή είναι τεράστιες, τις μετράμε σε έτη φωτός» άρχισε να εξηγεί ο ξένος, με έναν τρόπο, που θύμιζε στον Αλέξη δάσκαλο. «Όπως, ίσως θα ξέρεις», συνέχισε στον ίδιο τόνο  «η ταχύτητα του φωτός είναι η μεγαλύτερη γνωστή ταχύτητα στο σύμπαν. Το φως διανύει σε ένα δευτερόλεπτο απόσταση ίση με 300.000 χιλιόμετρα. Όταν λοιπόν λέμε  ότι ο Ε-62 απέχει από τη γή 2 εκατομμύρια έτη φωτός, αυτό σημαίνει ότι, αν ξεκινήσει κάτι σήμερα από τη γή και εφόσον τρέχει με τη ταχύτητα του φωτός, θα φτάσει στον Ε-62 σε 2.000.000  χρόνια
«Ζήσε Μάη μου δηλαδή», μουρμούρισε ο Αλέξης προβληματισμένος. Το μυαλό του δεν μπορούσε να συλλάβει αυτές τις τεράστιες αποστάσεις. Η μεγαλύτερη πιθανή απόσταση που είχε  ποτέ σκεφτεί ο Αλέξης ήταν η απόσταση Ελλάδας-Αμερικής ή άντε Ελλάδας-Ιαπωνίας (όποια τέλος πάντων είναι  η πιο μακρινή) και, απ΄ όσο ήξερε για να διανύσει κανείς αυτές τις αποστάσεις αρκούσαν μερικές  ώρες με ένα αεροπλάνο – αρκετές ώρες ίσως, αλλά πάντως ώρες. Και εδώ ο άγνωστος του μιλούσε για χρόνια…και… ακόμα χειρότερα…για χρόνια φωτός. Άρχισε να νοιώθει μπερδεμένος και βιάστηκε να γράψει στον άγνωστο:
«Τέλος πάντων. Έτη φωτός, γαλαξίες, Ανδρομέδες, Εψιλον..…Περίεργα, μου ακούγονται όλα αυτά. Μετά τι έγινε; Επικοινωνήσατε τελικά με τους εξωγήινους;»
« Περίμενε» είπε ο ξένος  «Άκου την υπόλοιπη ιστορία. Προσπαθούσαμε λοιπόν και εγώ και ο φίλος μου να βρούμε ένα τρόπο επικοινωνίας. Θα έπρεπε να στείλουμε ένα σήμα στον Εψιλον-62 και να περιμένουμε να δούμε αν θα πάρουμε απάντηση. Όπως όμως σου εξήγησα  για να φτάσει το σήμα μας εκεί, θα περνούσαν μερικά εκατομμύρια χρόνια, και άλλα τόσα μέχρι να μας έρθει η απάντηση.  Και, φυσικά, όπως καταλαβαίνεις  εμείς δεν μπορούσαμε να περιμένουμε τόσο.
Ψάχναμε λοιπόν να βρούμε ένα τρόπο να στείλουμε ένα σήμα, το οποίο θα ταξίδευε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από τη ταχύτητα του φωτός. Δουλεύαμε  απερίσπαστοι στο σπίτι του φίλου μου, όπου είχαμε εγκαταστήσει ένα κανονικό εργαστήριο. Ξέχασα να σου πω ότι ο φίλος μου ήταν πολύ πλούσιος και το σπίτι του ήταν τεράστιο και έτσι είχε τη δυνατότητα να στήσει ένα εργαστήριο με πανάκριβα και προηγμένης τεχνολογίας μηχανήματα.
Μια μέρα, πηγαίνοντας στο σπίτι του, τον βρήκα σε έξαλλη κατάσταση. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα, σημάδι ότι δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη τη νύχτα. Μου έδινε την εντύπωση ότι παραμιλούσε.
« Αντρέα, τα κατάφερα!!! Αντρέα το βρήκα,»  μου έλεγε κλαίγοντας σχεδόν, και κουνώντας μπροστά στο πρόσωπό μου ένα πακέτο χαρτιά, γεμάτα μαθηματικούς υπολογισμούς.
«Ηρέμησε», του είπα. «Τι βρήκες;»
«Πώς θα καταφέρουμε να στείλουμε το μήνυμα και, αν υπάρχει ζωή, να πάρουμε απάντηση.»
«Σ΄ αυτή τη ζωή;» τον ρώτησα κοροϊδεύοντας;
«Σ΄ αυτή τη ζωή και μάλιστα σύντομα,» μου απάντησε και άρχισε να μου εξηγεί το σχέδιό του. Δεν θα σε μπλέξω, Αλέξη μου,  με λεπτομέρειες δυσνόητες για την ηλικία σου και όρους επιστημονικούς. Θα σου πω μόνο, ότι πράγματι μπορούσε να πραγματοποιηθεί η πολυπόθητη επικοινωνία μας. Ο φίλος μου είχε ανακαλύψει το τρόπο να στείλει σήματα με μια ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη από τη ταχύτητα του φωτός. Μόνο, που για να το κατορθώσουμε αυτό, χρειαζόμασταν τεράστια αποθέματα ενέργειας. Έτσι, είπα στο Γιάννη:
« Τρομερή ανακάλυψη φίλε μου. Μα…δυστυχώς μου φαίνεται ότι δε θα μας φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη, άμεσα τουλάχιστον, και για το σκοπό, που θέλουμε. Είναι πρακτικά αδύνατον να μπορέσουμε να παράγουμε όλη αυτή την ενέργεια, που χρειάζεται, για να πετύχουμε το στόχο μας.
«Δεν θα τη παράγουμε» απάντησε ο Γιάννης. «Θα τη βρούμε έτοιμη.»
«Ετοιμη;» τον ρώτησα με απορία «Από πού;»
«Το σκέφτηκα πολύ προσεκτικά και μελέτησα το θέμα. Αν προξενήσουμε μια έκρηξη σε ένα μεγάλο πυρηνικό σταθμό η ενέργεια που θα απελευθερωθεί, είναι όση ακριβώς χρειαζόμαστε.»
Για μερικά λεπτά έμεινα άφωνος, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσω αυτό, που είχα ακούσει.
«Δεν είναι δυνατόν» ψέλλισα τελικά,  «να σκέφτεσαι σοβαρά κάτι τέτοιο. Μια έκρηξη σε πυρηνικό σταθμό; Δεν είναι δυνατόν να σοβαρολογείς.»
«Μιλάω σοβαρότατα.» απάντησε  «Γιατί, δηλαδή, τι αντίρρηση έχεις;»
« Μα, Γιάννη» του είπα. «Σκέφτηκες τις συνέπειες; Μια πυρηνική έκρηξη είναι κάτι το τρομερό, το φρικτό. Έλα, τώρα. Επιστήμονας είσαι. Χρειάζεται να σου θυμίσω τις καταστροφικές συνέπειες της πυρηνικής ενέργειας στο περιβάλλον και στον ανθρώπινο οργανισμό;
« Για προσπάθησε», μου απάντησε σαρκαστικά.
Άρχισα, λοιπόν, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα, να του αναλύω τις συνέπειες μιας πυρηνικής έκρηξης. Του είπα ότι η ραδιενέργεια, που απελευθερώνεται στο περιβάλλον, μετά από μια πυρηνική έκρηξη ρυπαίνει τα πάντα γύρω: τον ατμοσφαιρικό αέρα, το έδαφος, τους ωκεανούς και τα φυτά. Του θύμισα ότι η ραδιενέργεια αυτή παραμένει στο περιβάλλον για εκατομμύρια χρόνια, αχρηστεύοντας τα πάντα και ότι για τα θύματά της και για τη φύση  δεν υπάρχει θεραπεία. Του μίλησα για τις συνέπειες πάνω στους ανθρώπινους οργανισμούς: Τις βαριές αρρώστιες, όπως οι καρκίνοι, που προσβάλλουν, ακόμα και πολλές δεκαετίες αργότερα, τους κατοίκους των περιοχών, όπου έχει συμβεί κάποιο τέτοιο ατύχημα. Προσπάθησα να τον συγκινήσω μιλώντας του για τις  τερατογενέσεις ανθρώπων και ζώων, που παρατηρούνται μετά από μια τέτοια έκρηξη. Του θύμισα ότι γεννιούνται ζώα αλλά και παιδιά με τρομερές παραμορφώσεις, με πόδια χήνας, χωρίς  άκρα, χωρίς μάτια ακόμα και χωρίς κεφάλι.
Ο Γιάννης με άκουγε ψυχρά, όση ώρα μιλούσα.
Όταν τελείωσα, μου είπε:
«Τι μου λες δηλαδή; Ότι, για να μην έχουν πρόβλημα επιβίωσης κάποιοι άνθρωποι, δεν θα πρέπει  να πραγματοποιήσουμε εμείς το όνειρό μας;»
Τον άκουγα ανίκανος να απαντήσω. Και εκείνος απτόητος συνέχιζε:
«Καταλαβαίνεις, Αντρέα, για τι ανακάλυψη μιλάμε; Καταλαβαίνεις ότι μια τέτοια επιστημονική ανακάλυψη συμβαίνει μια φορά στα πεντακόσια χρόνια και ακόμα λιγότερο; Και εσύ τι κάθεσαι και μου λες;  Τι σημασία έχει η ζωή λίγων ανθρώπων, μπροστά στο όραμά μας, μπροστά στην ανακάλυψή μου; Ούτε καν τους ξέρουμε,  Αντρέα, αυτούς τους ανθρώπους. Τι με νοιάζει για αυτούς; Τι σε νοιάζει;»

 

Άκουγα το φίλο μου να μιλάει και σκεφτόμουν ότι ήταν τρελός. Ναι, και εγώ ήθελα όσο τίποτε άλλο στο κόσμο να επιβεβαιώσουμε τη θεωρία μας, να επικοινωνήσουμε με άγνωστους πολιτισμούς, αν υπήρχαν. Όχι, όμως με τέτοιο κόστος. Όχι να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή χιλιάδων ανυποψίαστων αθώων ανθρώπων.
«Με νοιάζει» του απάντησα κοφτά.
«Δηλαδή δε θα με βοηθήσεις να πραγματοποιήσω το σχέδιό μου;»
«Όχι μόνο δε θα σε βοηθήσω, αλλά θα σε εμποδίσω κιόλας.»
«Όπως νομίζεις» μου απάντησε θυμωμένος. «Και τώρα σε παρακαλώ, φύγε. Θέλω να μελετήσω την ανακάλυψή μου, να ξανασκεφτώ ορισμένα πράγματα.»
Έφυγα και επέστρεψα στο σπίτι μου. Πρέπει να σου πω, Αλέξη μου, ότι δεν τον πήρα τότε πολύ στα σοβαρά. Σκέφτηκα ότι είχε ενθουσιαστεί με την ανακάλυψή του και δεν είχε μετρήσει λογικά τις συνέπειες των πράξεών του. Όταν θα το σκεφτόταν πιο ψύχραιμα, ήμουν σίγουρος ότι θα άλλαζε γνώμη. Μα ο χρόνος άλλα έδειξε…

 

7. Μοιραίο δίλημμα

 

Μετά από μια σύντομη παύση ο Αντρέας συνέχισε την αφήγησή του :

«Πέρασαν έτσι μερικοί μήνες. Σε όλο αυτό το διάστημα δεν ξαναείδα το φίλο μου. Είχα περάσει από το σπίτι του αλλά το βρήκα κλειστό. Χωμένος στις έρευνες μου, το μυαλό μου δεν πήγε στο κακό. Καθώς ο φίλος μου είχε αρκετά χρήματα, φαντάστηκα ότι, απογοητευμένος από την απάντησή μου, θα είχε πάει κανένα ταξίδι, πράγμα που συνήθιζε όταν αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Ήμουν βέβαιος ότι βρισκόταν μακριά, ψάχνοντας να βρει κάποιο τρόπο να εκμεταλλευθεί την ανακάλυψή του, χωρίς να προξενήσει κακό στο κόσμο.

Και ύστερα, ξαφνικά,  μετά από τέσσερεις μήνες, μια μέρα βρήκα ένα μήνυμα στον υπολογιστή μου.

Βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά
στο πέλαγος τραβάει
Στις 27 του 6
όταν ο ήλιος κάθετα βαράει.
Στο 37 – 35,
στο 24 και 31

Γέλασα. Ένα παιχνίδι, που παίζαμε από παλιά με τον Γιάννη ήταν οι γρίφοι. Φτιάχναμε γρίφους και επικοινωνούσαμε με αυτούς, για να κρατάμε το μυαλό μας σε εγρήγορση, αλλά και για να μην μας καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Πολλές φορές, οι γρίφοι ήταν σχεδόν ο αποκλειστικός τρόπος επικοινωνίας μας.
Ο γρίφος αυτός, που μου έστελνε ήταν παιδιάστικος. Ήξερα  πολύ καλά το φίλο μου και είχα εξασκηθεί τόσο πολύ στο τρόπο σκέψης του, ώστε δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να τον λύσω. Με καλούσε να πάω κάπου, στις 27 του 6ου μήνα, δηλαδή του Ιουνίου. Η φράση «κι ο ήλιος κάθετα βαράει» εννούσε ότι έπρεπε να βρίσκομαι εκεί το μεσημέρι. Προφανώς οι αριθμοί  αντιπροσώπευαν συντεταγμένες. Πήρα μια υδρόγειο σφαίρα και εντόπισα το σημείο, που μου υποδείκνυε. Ήταν ένα σημείο στο Αιγαίο, όπου στη σφαίρα δε φαινόταν τίποτε. Προφανώς θα ήταν κάποιο από τα ξερονήσια, από τα οποία το Αιγαίο πέλαγος είναι διάσπαρτο. Τι να με ήθελε άραγε;

Ζούσα, με την περιέργεια να με κατατρώει, μέχρι να περάσουν  περίπου 18 μέρες και να έρθει η καθορισμένη ημερομηνία. Μόλις έφτασε η 27η Ιουνίου, νοίκιασα ένα μικρό σκάφος  και ξεκίνησα νωρίς-νωρίς για το προορισμό μου. Η μέρα ήταν θαυμάσια και εγώ ήμουν ενθουσιασμένος, που θα ξανάβλεπα το φίλο μου. Μπορεί να είχαμε μαλώσει αλλά εξακολουθούσα να τον αγαπώ και μου είχε λείψει τόσο καιρό.
Έφτασα στο σημείο του ραντεβού, που, όπως είχα μαντέψει ήταν ένα μικρό νησάκι χαμένο στη μέση του πελάγους. Το αναγνώρισα, πλησιάζοντας. Αυτό το νησί ανήκε στο πατέρα του Γιάννη. Είχε χτίσει από παλιά ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι και κάποια καλοκαίρια πήγαιναν εκεί διακοπές. Όταν ήμουν πιο μικρός είχα πάει και εγώ μια δυο φορές. Ο Γιάννης δεν το πολυσυμπαθούσε αυτό το νησί γιατί δεν είχε τα μηχανήματά του για να δουλεύει και γιατί ένοιωθε αποκομμένος από το κόσμο.
Ο Γιάννης με περίμενε στη παραλία. Με χαιρέτησε και ο τρόπος του μου φάνηκε κάπως ψυχρός.
«Θα μου είναι ακόμα θυμωμένος» σκέφτηκα. «Δεν πειράζει θα του περάσει.»
Τον ρώτησα πώς πέρασε όλον αυτόν τον καιρό, που δεν είχαμε ιδωθεί.
«Θα δεις» μου είπε. «Έλα, πάμε στο σπίτι.»

Μπαίνοντας στο σπίτι άφησα ένα επιφώνημα έκπληξης. Ο Γιάννης είχε αναμορφώσει όλο το σπίτι. Το είχε κάνει ένα τεράστιο εργαστήριο. Γύρω γύρω, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οθόνες με διάφορες ενδείξεις, που αναβόσβηναν, κουμπιά, πληκτρολόγια και στη μέση κάτι σαν τεράστιος αντιδραστήρας, μέσα στον οποίον πολύχρωμες γλώσσες φωτιάς συστρεφόταν δαιμονισμένα, πάνω από ένα φωτεινό δακτύλιο.

 

«Τι είναι όλα αυτά ;» ρώτησα άναυδος
«Άκου, Αντρέα» μου είπε ο Γιάννης. «Θυμάσαι όσα σου είπα στη τελευταία μας συνάντηση για το σχέδιο, που είχα να επικοινωνήσω με το Έψιλον- 62;»
«Θυμάμαι» του είπα.
«Σου εξήγησα ένα μεγαλόπνοο σχέδιο,  τέλειο από κάθε άποψη και, μια επιστημονική ανακάλυψη, που κανείς άλλος, εκτός από εμένα, δεν θα ήταν ικανός να συλλάβει. Και εσύ είχες το θράσος να με αμφισβητήσεις  και να μου πεις μάλιστα ότι θα με εμπόδιζες να τα θέσω σε εφαρμογή. Θύμωσα πολύ μαζί σου, το ομολογώ, αλλά μετά, που το σκέφτηκα, κατάλαβα γιατί αντέδρασες έτσι»
«Χαίρομαι» του είπα, λίγο πειραγμένος από το ύφος του, «που κατάλαβες ότι είχες άδικο»
«Περίμενε» μου είπε, διακόπτοντάς με απότομα. «Κατάλαβα γιατί αντέδρασες έτσι. Γιατί με ζήλευες. Γιατί έκανα μια ανακάλυψη, που εσύ, όσα χρόνια και αν προσπαθούσες ποτέ δεν θα κατόρθωνες να συλλάβεις. Ποτέ δε θα έφτανες στο σημείο, που έφτασα εγώ. Η ζήλια σου, Αντρέα, και μόνο  σε έκανε να αντιδράσεις στο σχέδιό μου και όχι όλα εκείνα τα ανθρωπιστικά φούμαρα, που μου ξεφούρνιζες.»
«Μα τι λες τώρα;» κατόρθωσα να ψελλίσω
«Νομίζεις πως δεν είχα καταλάβει,  πόσο με ζήλευες όλα αυτά τα χρόνια;», ρώτησε κοιτώντας με με περιφρόνηση.
«Εγώ;» ρώτησα. «Εγώ, που σε θεωρούσα τον καλύτερό μου φίλο; Που μοιραζόμουν μαζί σου τα πάντα; Κάθε μου σκέψη, κάθε ιδέα; Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο;»
«Αρκεί, Αντρέα.» Με διέκοψε με ανυπομονησία «Άσε τα παχιά λόγια. Τώρα θα αποδείξεις αν όσα έλεγες την άλλη φορά τα εννοούσες.»
«Δηλαδή;»ρώτησα γεμάτος απορία
«Όπως βλέπεις, μετέφερα σε αυτό το νησί όλο το εργαστήριό μου και απερίσπαστος ολοκλήρωσα σε αυτό το διάστημα τις μελέτες μου. Είμαι έτοιμος να πραγματοποιήσω το σχέδιό μου. Τον βλέπεις αυτό το χρονοδιακόπτη; Σε ένα τέταρτο ακριβώς θα εκραγεί ένας από τους μεγαλύτερους πυρηνικούς σταθμούς του κόσμου. Σε μια ακτίνα αρκετών δεκάδων χιλιομέτρων γύρω του τα πάντα θα καταστραφούν. Πόλεις, χωριά,  άνθρωποι, ζώα θα πληγούν από τις συνέπειες αλλά …. τι σημασία έχει αυτό;  Το μήνυμά μου θα φύγει. Κανείς και τίποτε στο κόσμο δε μπορεί να σταματήσει τη διαδικασία αυτή. Εκτός…»
«Εκτός;» ρώτησα με κομμένη την ανάσα
«Εκτός και αν όλα όσα μου έλεγες τις προάλλες πραγματικά τα πίστευες, Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να το αποδείξεις.»
« Με ποιο τρόπο;» κατόρθωσα να ψελλίσω μέσα στη σαστιμάρα μου.
«Βλέπεις αυτό το μοχλό; Τραβώντας τον προς τα κάτω, σταματάει η διαδικασία ενεργοποίησης της έκρηξης αλλά ταυτόχρονα ενεργοποιείται ένα άλλο πρόγραμμα, με το οποίο, ολόκληρο το νησί αυτό, με ό τι υπάρχει επάνω του, και με εσένα μαζί, θα διασπαστεί στα συστατικά του, θα μετατραπεί σε καθαρή ενέργεια, όχι τόση, όση θα απελευθερωνόταν  από την έκρηξη, αλλά πάντως αρκετή για να φτάσει το μήνυμα μου, εκεί που θέλω. Απλώς θα καθυστερήσει περισσότερο και θα χρειαστεί να περιμένω λιγάκι παραπάνω. Μετά…..βλέπουμε. Αν λοιπόν, είσαι τόσο καλός και ενδιαφέρεσαι για τους συνανθρώπους σου, εμπρός τράβα το μοχλό. Έχεις…(κοίταξε το χρονοδιακόπτη, που αναβόσβηνε) 12 λεπτά και 25 δευτερόλεπτα να αποφασίσεις. ΄Η αυτοί ή εσύ!»
Ήταν τόσο συγκλονιστικά αυτά, που είχα ακούσει, ώστε είχα μαρμαρώσει στη θέση μου και δεν μπόρεσα να αντιδράσω, όταν ο Γιάννης, τρέχοντας, βγήκε έξω από το σπίτι και κλείδωσε τη πόρτα.
«Αποφάσισε φίλε μου, αποφάσισε»  φώναξε για μια ακόμα φορά γελώντας σαν τρελός. Και ενώ εγώ είχα πιάσει το πόμολο της πόρτας και τραβούσα μανιασμένα προσπαθώντας να την ανοίξω, συμπλήρωσε απ΄ έξω:
«Μη ξεχνάς ότι ακόμα και εμείς, οι μεγαλοφυΐες, μπορεί να τύχει να κάνουμε κάποιο λάθος στους υπολογισμούς μας.  Επειδή υπάρχει μια -ελάχιστη φαντάζομαι- πιθανότητα να αποδειχτείς τόσο ανόητος ώστε να τραβήξεις το μοχλό, για το καλό της ανθρωπότητας αλλά και να κατορθώσεις να επιζήσεις, υπάρχει μόνο μια διαδικασία, που θα επαναφέρει τα πράγματα στη κατάσταση που είναι τώρα.

Ξέχνα γνώσεις, επιστήμες και σοφία.
Ο βασιλιάς πάνω στο οκτώ,
αδύναμος είν΄ εντελώς.
Με θυσία δεκαπέντε θα σωθεί.
Και τότε ίσως να σωθείς και συ.

«Στάσου» φώναξα από μέσα. «Γιάννη, στάσου. Άκουσέ με.»
Αλλά ήταν ήδη αργά. Ο Γιάννης -τον έβλεπα από το παράθυρο- έτρεχε προς τη παραλία και σε λίγο άκουσα το θόρυβο του σκάφους μου καθώς απομακρυνόταν από το νησί.

 

 

8.  Σκουληκότρυπες και Μαύρες τρύπες

 

Ήμουν καταϊδρωμένος.  Πλησίασα το χρονοδιακόπτη.  9 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα μου έμεναν για να πάρω την απόφαση της ζωής μου. Το μυαλό μου παραζαλισμένο γύριζε σαν τρελό σε όσα είχα ακούσει. Το νησί θα διαλυθεί…… ή αυτοί ή εγώ…… μεγάλες καταστροφές…… o βασιλιάς αδύναμος……τι να εννοούσε άραγε;

Και ο χρόνος κυλούσε…κυλούσε. Δεν μπορούσα να αποφασίσω. Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπο μου. Τα μηλίγγια μου χτυπούσαν από την αγωνία. 5λεπτά και 43 δεύτερα ακόμα. Η αυτοί ή εγώ. Κι αν είχε κάνει λάθος στους υπολογισμούς του; Κι αν τίποτε δεν γινόταν τελικά; 3 λεπτά και 25 ακόμα. Κι αν δεν είχε κάνει λάθος; Ήταν σπουδαίος επιστήμονας με πολύ γερό μυαλό. Και τι με ένοιαζε στο κάτω κάτω για όλους αυτούς του κατοίκους μιας μακρινής περιοχής; Δεν τους ήξερα, δεν τούς είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Ούτε καν θα μάθαινα ποτέ για αυτούς. Τι να κάνω θεέ μου, τι να κάνω; 2 λεπτά και 3 δεύτερα. Τελειώνει ο χρόνος. Πρέπει να αποφασίσω. Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Και ένας άνθρωπος να πρόκειται να πάθει κακό, δεν είναι δυνατόν, δεν μπορώ να το ρισκάρω. Όχι. 45 δευτερόλεπτα ακόμα. Προχώρα, τράβα το μοχλό.

Σαν υπνωτισμένος προχώρησα και τράβηξα το μοχλό. Κάτι ενεργοποιήθηκε στον αντιδραστήρα. Οι φλόγες στο εσωτερικό του στριφογυρνούσαν σαν τρελές. Ένα φοβερό βουητό έκανε το κεφάλι μου να σπάει. Ξαφνικά τα πάντα γύρω μου άρχισαν να κουνιούνται, να χορεύουν σαν τρελά. Ηλεκτρομαγνητικά κύματα σάρωναν όλο το νησί. Εγώ, το εργαστήριο, το νησί ολόκληρο αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε γρήγορα, πολύ γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Το νησί, απ΄όσο μπορούσα να καταλάβω, μέσα σ’  αυτό το χαμό, – όσο κι αν σου φαίνεται απίστευτο- είχε ξεκολλήσει από τη θέση του και, έρμαιο των ισχυρών δυνάμεων που το σάρωναν, μεταφερόταν κάπου αλλού. Όταν σταμάτησε ο χαμός συνειδητοποίησα ότι δεν είχα πάθει τίποτε. Σκέφτηκα με ανακούφιση ότι ο Γιάννης τελικά είχε κάνει λάθος στους υπολογισμούς του. Η ανακούφισή μου όμως μετατράπηκε σε τρόμο μαζί με απόγνωση όταν δοκίμασα να ανοίξω τη πόρτα και να φύγω. Λίγα μέτρα μακρύτερα από το εργαστήριο ξεκινούσαν πυκνές αδιαπέραστες αέρινες μάζες, που στροβιλίζονταν με μεγάλη ταχύτητα. Ήμουν αποκλεισμένος πίσω από ένα αέρινο τείχος. Μετά από αρκετές ώρες μελέτης και ελέγχοντας τις ενδείξεις όλων των οργάνων του εργαστηρίου διαπίστωσα με κατάπληξη, ανάμικτη με τρόμο, ότι το νησί ολόκληρο και μαζί κι εγώ, είχαμε μεταφερθεί  σε μια άλλη διάσταση, όπου οι έννοιες χώρος και χρόνος δεν έχουν κανένα νόημα. Αγαπητέ μου Αλέξη, από τότε, βρίσκομαι σε μια σκουληκότρυπα

 

«Όχι, ότι κατάλαβα όσα μου είπες μέχρι τώρα» απάντησε ο Αλέξης, «αλλά αυτό το τελευταίο είναι …το κερασάκι στη τούρτα. Τι θέλεις να πεις δηλαδή; Ότι εσύ και το νησί γίνατε τόσο μικροί, που πέσατε μέσα σε μια τρύπα σκουληκιού;»

«Μα όχι βέβαια» απάντησε ο ξένος. «Αχ! Είσαι πολύ μικρός ακόμα. Δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Είμαι καταδικασμένος να μείνω για πάντα εδώ. Η τελευταία μου ελπίδα ήταν ο Πάρις, όμως τώρα … είμαι πια οριστικά χαμένος.  Θα κλείσω την επικοινωνία.»

«Όχι, σε παρακαλώ» είπε ο Αλέξης. «Εξήγησέ μου τι εννοείς. Πες μου τι έγινε μετά.»

«Μετά; Δεν υπάρχει μετά, ούτε πριν, ούτε τώρα. Έχεις ακούσει για τις μαύρες τρύπες στο διάστημα;»

«Ναι. Αν και δεν ξέρω τι ακριβώς είναι»

«Θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω όσο πιο απλά μπορώ. Λοιπόν,» συνέχισε ο Αντρέας «μαύρη τρύπα είναι το σημείο εκείνο του Διαστήματος όπου κάποτε υπήρχε ο πυρήνας ενός γιγάντιου άστρου. ‘Όταν το άστρο φτάσει στο τέλος της ζωής του, καταρρέει με μια μεγάλη έκρηξη, προς το εσωτερικό του. Σαν να λέμε καταπίνει τον εαυτό του.  Ο πυρήνας του τότε μετατρέπεται σε ένα απίθανα πυκνό υπόλειμμα, σε μια μαύρη τρύπα. Η τρομακτικά μεγάλη πυκνότητά της, αιχμαλωτίζει τα πάντα γύρω της. Τίποτε δεν μπορεί να ξεφύγει από εκεί, ούτε καν το ίδιο το φως. Το κέντρο μιας μαύρης τρύπας είναι ένα σημείο άπειρης πυκνότητας όπου οι συνηθισμένοι νόμοι της Φυσικής δεν ισχύουν. Ο χρόνος, ο χώρος, η ύλη και η ενέργεια χάνουν εκεί το νόημά τους. Κατάλαβες;»

«Αστέρια που πεθαίνουν, καταπίνοντας τον εαυτό τους. Αστέρια, που, μετά το θάνατό τους αιχμαλωτίζουν τα πάντα. Ασφαλώς και κατάλαβα. Τα κατάλαβα όλα μια χαρά»  απάντησε κοροϊδευτικά ο Αλέξης «Και να σκεφτείς ότι όλοι μου λένε πως έχω αχαλίνωτη φαντασία. Που να άκουγαν και σένα» συμπλήρωσε.

«Μικρέ μου φίλε, έχεις δίκιο.  Για τις γνώσεις σου, όλα αυτά είναι κάπως περίεργα. Μα αν κατορθώσω ποτέ να ξεφύγω από εδώ, θα κάτσω να σου τα εξηγήσω όλα και θα καταλάβεις μια χαρά. Σου δίνω το λόγο μου.»

«Σύμφωνοι» απάντησε ο Αλέξης. Μα τελικά,  μέσα σε όλα αυτά, δε κατάλαβα, τα σκουλήκια τι ρόλο παίζουν;»

«Τα σκουλήκια;» ρώτησε απορημένος ο Αντρέας «Ποια σκουλήκια;»

«Μα καλά, πριν λίγο δε μου έλεγες ότι είσαι σε μια σκουληκότρυπα;» ρώτησε ο Αλέξης.

«Ναι, πράγματι» απάντησε ο Αντρέας. «Βρίσκομαι σε μια σκουληκότρυπα, αλλά καμμιά σχέση με …σκουλήκια.»

«Α! εσύ θα με τρελλάνεις» είπε ο Αλέξης.

«Ακου, Αλέξη.  Σκουληκότρυπα είναι ένα τούνελ, που τρυπάει το χωροχρόνο και μας συνδέει με την άλλη του πλευρά.»

«Και τι είναι στην άλλη πλευρά;» ρώτησε με εύλογη απορία ο Αλέξης.

«Μπορεί να είναι κάποιο άλλο σημείο του χώρου, κάποιο άλλο σύμπαν, ή ακόμα και κάποιο άλλο χρονικό σημείο, στο παρελθόν ή στο μέλλον. Οι σκουληκότρυπες δηλαδή είναι οι πύλες του χρόνου. »

«Και γιατί τις λένε σκουληκότρυπες;»

«Γιατί αυτή η  σήραγγα στο χωροχρόνο, μοιάζει με τη  τρύπα, που μπορεί να ανοίξει ένα σκουλήκι σε ένα μήλο και να φτάσει από την μια πλευρά στην απέναντι .»

 

«Για κάτι τόσο ενδιαφέρον και μυστηριώδες» έγραψε ο Αλέξης «φαντάζομαι πως εσείς οι επιστήμονες θα μπορούσατε να είχατε βρει κάποιο άλλο πιο ποιητικό όνομα, όπως «σήραγγα του χρόνου», «τούνελ της αιωνιότητας», «πύλη του χρόνου», κάτι τέλος πάντων αλλά σίγουρα όχι «σκουληκότρυπα» . Ακου «σκουληκότρυπα!!!»

«Μικρέ μου φίλε» είπε ο Αντρέας, σου δίνω το λόγο μου, πως αν ποτέ κάνω καμμιά μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη, θα σε φωνάξω να γίνεις νονός της. Να της δώσεις εσύ όνομα»

«Ωραία» απάντησε ικανοποιημένος ο Αλέξης. «Όμως, πες μου κάτι. Αν κατάλαβα καλά, εσύ τώρα ταξιδεύεις στο χρόνο;»

«Όχι, βρίσκομαι ακριβώς στο κέντρο της σκουληκότρυπας, στο σημείο, όπου ο χρόνος δεν υπάρχει.»

«Πώς γίνεται αυτό; Πώς ζεις τόσο καιρό; Πόσο καιρό είσαι έτσι;»

«Είμαι 5 χρόνια εδώ πέρα, αλλά είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε λεπτό. Είναι δύσκολο να στο εξηγήσω. Ο χρόνος, από τη στιγμή, που τράβηξα το μοχλό, δεν έχει κυλήσει. Το ρολόι μου, τη στιγμή της καταστροφής έλεγε 12.50 και αυτή τη στιγμή λεει 12.50. Ο χρόνος δεν κυλάει εδώ, που είμαι, δεν πεινάω, δεν διψάω, δεν γερνάω, δεν νυστάζω»

«Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο.»

«Είναι δύσκολο να στο εξηγήσω. Η έννοια του χρόνου είναι τελείως σχετική. Έχει νόημα μόνο όταν την αναφέρεις σε σχέση με κάτι άλλο, όταν παρατηρείς κάποια αλλαγή. Έχεις ακουστά τον Αϊνστάιν;»

«Ναι, βέβαια»

«Ε! λοιπόν» συνέχισε το μάθημα ο Αντρέας «ο Αϊνστάιν έλεγε πως αντιλαμβανόμαστε το χρόνο, μόνο και μόνο επειδή μετακινούμαστε πολύ αργά. Αν για παράδειγμα, ένα ποδηλάτης μπορούσε να τρέξει με ταχύτητα ίση περίπου με τη ταχύτητα του φωτός, και εσύ τον παρατηρούσες, θα σου φαινόταν ότι το ρολόι του ποδηλάτη προχωράει εξαιρετικά αργά. Ακόμα και ο ίδιος ο ποδηλάτης θα σου φαινόταν ότι δεν γερνάει.»

«Για να δούμε αν κατάλαβα» έγραψε ο Αλέξης, που παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή. «Σαν να λέμε, όταν τρέχεις συνέχεια πάνω κάτω σε ένα δωμάτιο, γερνάς πολύ πιο αργά, απ΄ ό, τι όταν κάθεσαι σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Σωστά;»

«Κάπως έτσι» απάντησε ο Αντρέας ενθουσιασμένος, που τα μαθήματά του έπιαναν τόπο.

«Να, και κάτι χρήσιμο!»αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Αλέξης. «Ας μου ξαναπεί η μητέρα μου να κάτσω ήσυχος και θα δει. Θα της απαντήσω επιστημονικά, με βάση τις θεωρίες του Αϊνστάιν. Εξήγησέ μου όμως κάτι άλλο. Αφού ο χρόνος δε κυλάει, πώς ξέρεις, πόσο καιρό είσαι εκεί;»

«Όταν κάποτε κατόρθωσα να έρθω σε επικοινωνία με τον Πάρι, τον ρώτησα ποια ήταν η ημερομηνία εκείνη τη στιγμή και μπόρεσα έτσι να υπολογίσω  πόσο διάστημα είχε περάσει, από τη στιγμή της μοιραίας μέρας, που είχα πάει στο νησί.»

«Μάλιστα. Τώρα όμως, τι γίνεται με σένα; Μπορεί δηλαδή και να ζεις εκεί, αιώνια χωρίς ελπίδα να ξανασυναντήσεις άνθρωπο; Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορείς να κάνεις για να επιστρέψεις πίσω; Ο φίλος σου τι απέγινε; Το μήνυμά του έφτασε εκεί, που ήθελε; Με τον Πάρι πώς ήρθες σε επικοινωνία;» ρώτησε μονοκοπανιά ο Αλέξης, που η φαντασία του κάλπαζε σε περιοχές, που μέχρι τώρα ούτε καν του είχε περάσει από το μυαλό, ότι μπορεί να υπήρχαν.

«Σιγά σιγά. Θα στα πω όλα. Ο φίλος μου δεν ξέρω τι απέγινε. Καθώς το νησί δεν διαλύθηκε, είχε κάνει μάλλον κάποιο λάθος στους υπολογισμούς του και αντί να μετατραπούν τα πάντα σε ενέργεια απλώς μεταφέρθηκαν σε μια σκουληκότρυπα, σε μια άλλη διάσταση του χωροχρόνου.»

« Απλώς» είπε ο Αλέξης.  «Πράγματι είναι πολύ απλό το όλο σκηνικό.»

« Έχεις δίκιο» είπε ο άγνωστος. «Το  ‘απλώς’, μάλλον δεν είναι η κατάλληλη λέξη για να περιγράψει την όλη κατάσταση. Πάντως, το μήνυμά του Γιάννη λογικά δεν πρέπει να έφτασε πουθενά . Πρέπει να χάθηκε μέσα στην ατέλειωτη κοσμική ύλη. Όσο για τον ίδιο το  Γιάννη, δεν ξέρω αν πρόλαβε να σωθεί. Από τη στιγμή που με άφησε, μέχρι τη στιγμή της καταστροφής μεσολάβησαν περίπου 12 λεπτά. Με το σκάφος θα είχε διανύσει κάποια σημαντική απόσταση από το νησί σε αυτά τα 12 λεπτά. Δεν μπορώ όμως να ξέρω μέχρι ποιού σημείου το νησί μεταφέρθηκε στο χωροχρόνο. ΄Η μεταφέρθηκε και αυτός σε άλλη διάσταση ή κατόρθωσε να φτάσει στην απέναντι ακτή. Ο Πάρις, πάντως, όταν ήρθαμε σε επικοινωνία, έψαξε να τον βρει αλλά δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τα ίχνη του. Το σπίτι του παραμένει κλειστό αλλά αυτό δε σημαίνει και πολλά πράγματα.»

«Με τον Πάρη τελικά πώς ήρθες σε επικοινωνία;»

« Τόσο καιρό, που είμαι εδώ, και ας φαίνεται ότι ο χρόνος δεν έχει καθόλου κυλήσει, εξέτασα προσεκτικά όλα τα μηχανήματα και τους υπολογιστές του Γιάννη. Από έναν υπολογιστή, και μετά από αρκετούς υπολογισμούς και  μετατροπές, προσπάθησα να συντονιστώ στη γήινη συχνότητα. Κατά ευτυχή σύμπτωση ο Πάρις, πειραματιζόταν ακριβώς με το ίδιο πράγμα. Προσπαθούσε να συντονιστεί σε συχνότητες πέρα από τις γήινες για να έρθει σε επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς. Κατάλαβε ότι κάποιος προσπαθούσε να στείλει μήνυμα, το αποκωδικοποίησε και εγκατέστησε ένα κώδικα επικοινωνίας μεταξύ μας. Επί 2 χρόνια περίπου επικοινωνούμε προσπαθώντας να βρούμε τη διαδικασία με την οποία θα αναστραφεί η κατάσταση.»

«Και γιατί δεν το ανακοίνωσε σε κανέναν άλλον;  Ο μπαμπάς μου λέει ότι ο Πάρις κρατούσε τις έρευνες του μυστικές. Αν το ήξεραν και άλλοι επιστήμονες δεν θα ήταν πιο εύκολο να βρείτε την άκρη;»

«Ίσως ναι . Φοβηθήκαμε όμως μήπως και ο Γιάννης γλίτωσε από την όλη ιστορία. Αν μάθαινε λοιπόν ότι επέζησα τελικά και άρα ότι το πείραμά του απέτυχε, ίσως να έμπαινε στο πειρασμό να βελτιώσει τους υπολογισμούς του και να το επαναλάβει. Το πιο πιθανό είναι ότι, αν έχει σωθεί, και καθώς το νησί εξαφανίστηκε από την αρχική του θέση, θα  πιστεύει ότι το πείραμα του πέτυχε και θα περιμένει την απάντηση από το Έψιλον – 62.»

«Και πόσο καιρό πιστεύεις ότι θα περιμένει αυτή την απάντηση; Πώς είσαι σίγουρος ότι, αργά ή γρήγορα,  δεν θα επαναλάβει το πείραμά του ;»

«Απ΄ ότι είδα από τους υπολογισμούς του στο εργαστήριο, πρέπει να υπολογίζει ότι το μήνυμα θα φτάσει στον Ε-62 σε περίπου 3 χρόνια και θα πάρει άλλο τόσο χρόνο να επιστρέψει η απάντηση. Άρα, αν έχει σωθεί,  θα περιμένει συνολικά γύρω στα 6 χρόνια για την απάντηση. Τώρα κοντεύει να τελειώσει ο πέμπτος χρόνος. Πρέπει πάση θυσία να βρω τρόπο να επιστρέψω πίσω.»

«Και πώς σκέφτεσαι να το πετύχεις αυτό;»

«Έψαξα παντού μέσα στο εργαστήριο, μήπως βρω κάποιο σημάδι, που θα με καθοδηγούσε. Δεν κατάφερα τίποτε. Τα προγράμματά του είναι κλειδωμένα με πολύπλοκους κωδικούς, που δεν μπορώ να τους σπάσω. Άσε που φοβάμαι  και να επιχειρήσω κάτι τέτοιο, γιατί δεν ξέρω ποιες  διαδικασίες μπορεί να ενεργοποιηθούν αν κάνω κάποιο λάθος. Μοναδική μου ένδειξη είναι αυτό, που μου φώναξε ο Γιάννης φεύγοντας. :

Ξέχνα γνώσεις, επιστήμες και σοφία.

Ο βασιλιάς πάνω στο οκτώ,

αδύναμος είν΄ εντελώς.

Με θυσία δεκαπέντε θα σωθεί.

Και τότε ίσως να σωθείς και συ»

«Γρίφος είναι;» ρώτησε ο Αλέξης

«Ναι. Ο Γιάννης ακόμα και αυτές τις κρίσιμες στιγμές συνέχιζε να παίζει το παιχνιδάκι μας, με τους γρίφους.»

«Καλά, εσύ είπες ότι είχες μπει για τα καλά στο μυαλό του. Μετά από τόσο καιρό, δεν έχεις βρει ακόμα τι σημαίνει αυτός ο γρίφος;»

«  Όχι, δυστυχώς. Ούτε εγώ ούτε ο Πάρις κατορθώσαμε να καταλάβουμε τι εννοούσε. Οι γρίφοι του Γιάννη είχαν πάντα σχέση με μαθηματικά και αυτός ο γρίφος είναι εντελώς ακατανόητος. Για ποιόν βασιλιά να μιλάει; Και τι σχέση είχε με το οκτώ; Και ποιοι είναι οι δεκαπέντε, που θυσιάζονται για να σωθεί; Ψάξαμε με τον Πάρη όλα τα ονόματα των βασιλιάδων της γης. Φτιάξαμε ένα αρκετά μεγάλο κατάλογο, αλλά δεν κατορθώσαμε να βγάλουμε άκρη με  αυτά τα στοιχεία».

« Ίσως είναι κωδικοί για να ανοίξουν κάποιο πρόγραμμα σε ηλεκτρονικό      υπολογιστή» έγραψε ο Αλέξης, που είχε πρόσφατη στο μυαλό του τη ταλαιπωρία, που είχε υποστεί, για να βρει το κωδικό του Πάρη..

« Ναι, το σκέφτηκα και εγώ, αυτό είναι το πιο πιθανό,. Εδώ στο εργαστήριο υπάρχει ένας μόνο υπολογιστής, που είναι σε θέση αναμονής, περιμένει δηλαδή να του δώσουμε κάποια στοιχεία. Κάθησα λοιπόν και πληκτρολόγησα όλα τα ονόματα των βασιλιάδων, με βάση τον κατάλογο, που είχαμε φτιάξει με τον Πάρη. Μάταια όμως. Ο υπολογιστής κάθε φορά, μου βγάζει μήνυμα λάθους.»

«Ασε, μη μου πεις» είπε ο Αλέξης, με το νού του στις χιλιάδες απόπειρες, που είχε κάνει μπροστά στον υπολογιστή του Πάρη. ‘Λάθος Κωδικός. Δώστε το σωστό Κωδικό εισόδου’. Ξέρω, είναι πολύ σπαστικό.»

« Εκτός από τα ονόματα προσπάθησα να πληκτρολογήσω και χρονολογίες σχετικές με το 8 ή με το 15. Όπως 8-8-1888, 15-8-88 και τα λοιπά. Τζίφος όμως. Μου φαίνεται πως δεν θα βρω ποτέ μου τη λύση. Θα μείνω για πάντα καταδικασμένος να ζω εδώ, πέρα από το χώρο και το χρόνο.»

Ο Αλέξης στεναχωριόταν πολύ, που έβλεπε τον άγνωστο να μιλάει έτσι.

«Θα το σκεφτώ και εγώ υποσχέθηκε. Ίσως να βρώ κάτι.»

«Μικρούλη μου, δε θέλω να σε απογοητεύσω, αλλά πώς θα ήταν δυνατόν να βρεις τη λύση σε κάτι που, μεγάλοι άνθρωποι και επιστήμονες, δεν κατορθώσαμε να βρούμε;»

« Δεν ξέρεις καμία φορά.» επέμεινε ο Αλέξης «Εξάλλου και ο φίλος σου ξεκίνησε το γρίφο του λέγοντας : Ξέχνα γνώσεις, επιστήμες και σοφία. Ίσως ακριβώς το ό τι ψάξατε τόσο επιστημονικά με τον Πάρη να βρείτε τη λύση, να ήταν και το λάθος σας. Άλλωστε» συμπλήρωσε «δεν θέλεις να μιλάμε πού και πού για να μπορείς να ξεφεύγεις;»

«Αυτό ναι»  είπε ο άγνωστος. «Θα μιλάμε και έτσι θα νοιώθω ότι βρίσκομαι πιο κοντά στους ανθρώπους. Γεια σου τώρα.»

«Γεια σου.»

 

 

9. Γρίφος Νο 1

 

Την υπόλοιπη μέρα ο Αλέξης ήταν στον κόσμο του. Το μυαλό του γύριζε γύρω από τη μυστηριώδη πρόταση :

Ξέχνα γνώσεις, επιστήμες και σοφία.
Ο βασιλιάς πάνω στο οκτώ,
αδύναμος είν΄ εντελώς.
Με θυσία δεκαπέντε θα σωθεί.
Και τότε ίσως να σωθείς και συ

Θυμήθηκε το δάσκαλό του, που τους έλεγε πάντα,  όταν προσπαθούν να λύσουν ένα πρόβλημα μαθηματικών, να γράφουν τα δεδομένα του. Πήρε λοιπόν ένα κομμάτι χαρτί και έγραψε:
Ο βασιλιάς. Ποιος βασιλιάς;
Το οκτώ. Ποιο οκτώ;
Θυσία δεκαπέντε. Ποιοι δεκαπέντε;
Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε αλλά δεν μπόρεσε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Ήταν τόσο αφηρημένος το βράδυ στο τραπέζι, που η μαμά του τον ρώτησε;
«Τι έχεις αγόρι μου; Τι σε απασχολεί; Σκέφτεσαι το καινούργιο σχολείο;»
«Όχι» απάντησε ο Αλέξης, «άλλωστε έχουμε καιρό ακόμα. Τα μαθήματα θα ξεκινήσουν σε ένα μήνα περίπου . Θέλω απλώς να ξαναβρεθώ με το Χρήστο.»
«Έχει δίκιο το παιδί» είπε η μητέρα του στον πατέρα. «Είναι όλη μέρα κλεισμένο στο σπίτι μόνο του. Έχει πήξει πια. Θα συνεννοηθώ με τη μαμά του Χρήστου το Σαββατοκύριακο να πάμε εκεί ή να έρθουν εκείνοι. Εντάξει αγάπη μου;»
«Εντάξει»  είπε ο Αλέξης, γεμάτος χαρά.

.

Ο Χρήστος ήταν ο κολλητός του Αλέξη. Είχαν μεγαλώσει μαζί από παιδιά. Μαζί στο νηπιαγωγείο, μαζί στο δημοτικό, θα τέλειωναν μαζί και το γυμνάσιο, αν δεν ερχόταν η κληρονομιά του Πάρη να τους χαλάσει τα σχέδια. Τα δυο παιδιά επικοινωνούσαν πολύ καλά και μοιράζονταν τα πάντα, παρά τις διαφορές στο χαρακτήρα τους. Ο Αλέξης, πιο αφηρημένος, λίγο στο κόσμο του, ο Χρήστος πρακτικός και προσγειωμένος.

.
Τώρα λοιπόν, ο Αλέξης καιγόταν από την επιθυμία να πει στο φίλο του τα νέα για τον επιστήμονα και τους γρίφους, μήπως μαζί μπορούσαν να βρουν κάποια λύση. Πρωί πρωί την άλλη μέρα τον πήρε τηλέφωνο.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε.
«Βαριέμαι» απάντησε ο Χρήστος. «Οι δικοί μου δουλεύουν. Λείπουν όλη μέρα. Έφυγες και εσύ. Χειρότερα δε γίνεται. Μπροστά στη τηλεόραση και στο κομπιούτερ τη βγάζω όλη μέρα. Αλήθεια, τελικά τι απέγινε; βρήκες καμιά άκρη με τον υπολογιστή και τον κωδικό;»
«Ναι, κάτι βρήκα, μα δε μπορώ να στα πώ τώρα. Άκου, Χρήστο. Έψησα τη μαμά να κανονίσει το Σαββατοκύριακο να βρεθούμε. Πρέπει να μιλήσουμε.»
«Να πούμε τι;»
«Δεν μπορώ να σου πω από το τηλέφωνο. Πρόκειται για άκρως απόρρητο θέμα. Θα μου ορκιστείς ότι δε θα πεις κουβέντα σε κανένα.»
«Με τρελλαίνεις» του είπε ο Χρήστος. «Για τι πράγμα θα μιλήσουμε;»
«Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο» είπε με επισημότητα ο Αλέξης. «Θα τα πούμε το Σαββατοκύριακο.»
Η υπόλοιπη εβδομάδα κύλησε μέσα στην αγωνία για τα παιδιά. Ο ένας με το μυαλό κολλημένο στο μυστηριώδη γρίφο να σπάει το κεφάλι του και ο άλλος να αναρωτιέται τι είχε πάθει ο φίλος του και έγινε ξαφνικά τόσο μυστηριώδης.

.

.

Επι τέλους, έφθασε το Σαββατοκύριακο. Καθώς η μητέρα του Αλέξη δεν είχε προλάβει ακόμα να τακτοποιήσει εντελώς το καινούργιο τους σπίτι, κανόνισε να πάνε οικογενειακώς επίσκεψη στο σπίτι του Χρήστου. Aλλωστε, η μεγάλη φιλία των δυο παιδιών είχε φέρει κοντά και τους γονείς τους. Έτσι οι δυο οικογένειες, είχαν «δέσει»,  συναντιόνταν τακτικά και, τόσο τα ανήλικα όσο και τα ενήλικα μέλη τους,  έκαναν πολύ καλή παρέα.
Tο Σάββατο, λοιπόν, νωρίς το απογευματάκι, οι δυο φίλοι συναντήθηκαν. Μόλις βρέθηκαν,  ο Αλέξης ψιθύρισε συνωμοτικά στο Χρήστο :
«Πάμε στο δωμάτιό σου.»
«Πού πάτε παιδιά;» ρώτησε η μαμά του Χρήστου.
«Στο δωμάτιό μου,  μαμά. Τόσο καιρό έχουμε να τα πούμε. Αφήστε μας και μη μας ενοχλήσετε.»απάντησε ο Χρήστος
Μπήκαν στο δωμάτιο έκλεισαν τη πόρτα πίσω τους και ο Χρήστος ανυπόμονα φώναξε :
«Άντε λοιπόν, λέγε»
Με βαρύγδουπο ύφος ο Αλέξης απάντησε:
«Χρήστο, πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου. Πρόσεξε καλά. Τίποτε από ό τι θα πούμε δεν πρέπει να βγει από αυτό το δωμάτιο.»
«Λέγε, χριστιανέ μου» φώναξε ο Χρήστος «και άσε τις παρλαπίπες»
Και ο Αλέξης, άρχισε να διηγείται όλη την ιστορία, χωρίς να παραλείψει τη παραμικρή λεπτομέρεια. Ο Χρήστος τον κοίταγε με μάτια γουρλωμένα και όταν ο φίλος του σταμάτησε να μιλάει, έμεινε για λίγο χωρίς να λέει τίποτε.
«Λοιπόν;» ρώτησε ανυπόμονα ο Αλέξης. «Τι λες;»
«Βρε μπας και σε βάρεσε κατακέφαλα η μοναξιά και η στεναχώρια, που χωρίσαμε, και έχασες τελείως και το λίγο μυαλό που είχες;»
«Δηλαδή δε με πιστεύεις;» φώναξε θυμωμένος ο Αλέξης;
«Εσύ θα με πίστευες αν σου έλεγα τέτοιες αρλούμπες;»
«Χμ! Μάλλον όχι.»
«Τα βλέπεις;»
«Τι να σου πω; Έλα στο σπίτι να σου δείξω τον υπολογιστή. Να σε βάλω να μιλήσεις με τον τύπο.»
«Έλα μωρέ, Αλέξη. Και πού ξέρεις ότι δεν είναι κάποιος τύπος, που σου κάνει πλάκα μέσα από το  ηλεκτρονικό ταχυδρομείο;»
«Μα αφού σου λεω ότι δεν επικοινωνούμε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.  Δεν υπάρχει καν σύνδεση στο Ιντερνετ.»
«Δεν ξέρω. Η τεχνολογία προχωράει πολύ γρήγορα και εμείς δεν ξέρουμε πολλά πράγματα.  Εγώ,  πάντως,  πιστεύω ότι κάποιος σου κάνει πλάκα.»
«Εσύ, δεν ξέρεις τι σου γίνεται» απάντησε νευριασμένα ο Αλέξης. «Ακούς εκεί,  η τεχνολογία προχωράει γρήγορα! Να πάς να τα πεις αυτά στον καθηγητή της πληροφορικής. Και στο κάτω κάτω της γραφής ο Αντρέας ήξερε τον Πάρη. Αυτό δεν σου λέει κάτι; Ο Πάρις ήταν μαθηματικός και  μεγάλος άνθρωπος, είχε περάσει τα 70. Λες να καθόταν και να έπαιζε σα κανένα νιάνιαρο με τον υπολογιστή και να έκανε πλακίτσες στο κόσμο; Ε; τι έχεις να πεις κύριε έξυπνε, που όλα τα ξέρεις;»
Ο Χρήστος τον κοίταξε, κλονισμένος « Ίσως και νάχεις δίκιο» είπε τελικά «Οπότε, ας μην τον αφήσουμε έτσι. Ας δούμε πώς μπορούμε να τον βοηθήσουμε.»
«Ωραία λοιπόν, καιρός ήταν να το καταλάβεις χοντροκέφαλε», απάντησε ο Αλέξης ικανοποιημένος, που είχε κατορθώσει να πείσει το δύσπιστο φίλο του. «Ας ασχοληθούμε λοιπόν με το γρίφο. Πώς σου φαίνεται; Τι νομίζεις ότι μπορεί να εννοεί;

Ξέχνα γνώσεις, επιστήμες και σοφία.
Ο βασιλιάς πάνω στο οκτώ,
αδύναμος είν΄ εντελώς.
Με θυσία δεκαπέντε θα σωθεί.
Και τότε ίσως να σωθείς και συ

Μου είπε ότι με τον Πάρη κατέστρωσαν έναν πίνακα με όλα τα ονόματα των βασιλιάδων της γης. Τα έδωσαν στο κομπιούτερ, αυτό όμως δεν δέχεται κανένα»

 

« Βρήκαν όλους τους βασιλιάδες ε; Τους αυτοκράτορες τους υπολόγισαν;»
« Ελα ρε Χρήστο και παριστάνεις και τον καλό στην ιστορία. Τι δουλειά έχουν οι  βασιλιάδες με τους αυτοκράτορες;»
«Σιγά.  Τι βασιλιάδες, τι αυτοκράτορες. Στο κάτω κάτω της γραφής οι «φίλοι» σου οι επιστήμονες,  φυσικοί είναι, δεν είναι φιλόλογοι. Που ξέρεις αν αυτός ο διεστραμμένος ο Γιάννης δεν έβαλε κάποιον αυτοκράτορα και ο άλλος, έψαχνε λάθος τόσο καιρό για κάποιον βασιλιά.»
«Καλά, θα τον ρωτήσω αν έδωσε και τα ονόματα των αυτοκρατόρων, μόνο και μόνο για να σου φύγει η ιδέα. Πάντως, δε ξέρω,  δε νομίζω ότι είναι αυτή η λύση.»
«Τότε τι στην ευχή είναι; Και με εκείνο το 8 τι να εννοεί;» ρώτησε ο Χρήστος, ξύνοντας προβληματισμένος το κεφάλι του.
«Ελα ντέ!»
«  Μήπως να ψάχναμε με δυναστείες ή με χρονολογίες, που έχουν σχέση με 8;»
«  Αφού σου λέω ότι πέρασε και χρονολογίες μέσα, χωρίς αποτέλεσμα.» απάντησε ο Αλέξης, χάνοντας την υπομονή του.
«Ε! Δεν καταλαβαίνω. Άμα δε μπορεί να περάσει όνομα βασιλιά, άμα πέρασε χρονολογίες σχετικές με 8 και δεν τις δέχτηκε, τότε τι άλλο μένει;»
«Ας πούμε οι δεκαπέντε.»
«Ποιοί δεκαπέντε;»
«Δε θυμάσαι το γρίφο; Με θυσία δεκαπέντε θα σωθεί…»
«Δε μπορώ να θυμηθώ κανένα βασιλιά στην ιστορία, που για χάρη του να θυσιάστηκαν δεκαπέντε άνθρωποι» είπε σκεπτικά ο Χρήστος, που συνήθιζε να περηφανεύεται για τις γνώσεις του στην ιστορία.
«Μπορεί και να μην ήταν άνθρωποι,» του απάντησε  ο Αλέξης.
«Αλλά τότε τι; Κοκκόρια;»
« Έλα βρε ανόητε, μιλάω σοβαρά. Μπορεί, μεταφορικά, να εννοεί ότι για χάρη κάποιου ανίκανου βασιλιά θυσιάστηκαν, ας πούμε, δεκαπέντε κράτη»
«Να σου πώ κάτι; Βαρέθηκα να ψάχνω γενικώς και αορίστως για βασιλιάδες, οκτάρια, και δεκαπεντάρια. Ας σκεφτούμε λίγο λογικά,» είπε ο πάντα πρακτικός Χρήστος. «Ξεκινάει ο δικός σου με το σκεπτικό ότι ο γρίφος κρύβει ένα κωδικό για να μπει στο κομπιούτερ. Το μήνυμα όμως λέει καθαρά : Ξέχνα μαθηματικά και επιστήμες, αν θέλεις να σωθείς. Μήπως λοιπόν το μήνυμα δεν έχει σχέση με κωδικούς ή με κομπιούτερ;»
«  Αλλά με τι άλλο;»
«Ξέρω γω; Με ένα αντικείμενο, με κάποιο πρόσωπο ή έστω με μια τοποθεσία ας πούμε.»
«Τι λες μωρέ Χρήστο; Που να βρει το αντικείμενο ή το πρόσωπο; Σε ποια τοποθεσία; Μέσα στο εργαστήριο, μέσα στη σκουληκότρυπα; Αφού δεν μπορεί να πάει πουθενά και υποθέτω ότι το εργαστήριο τόσο καιρό τώρα πρέπει να το έχει «ξεσκονίσει».
« Μάλλον έχεις δίκιο» είπε σκεπτικά ο Χρήστος « Έχεις σκεφτεί τίποτε καλύτερο εσύ;»
«Ας πάρουμε τα δεδομένα ένα ένα» είπε ο Αλέξης, που προτιμούσε μια πιο επιστημονική και μεθοδική προσέγγιση του θέματος. «Τι έχουμε; «Αδύναμος βασιλιάς, σχετίζεται με οκτώ, δεκαπέντε τον σώζουν με τη θυσία τους»
«Ωχ, αμάν πια, σπαζοκεφάλιασα» νευρίασε ξαφνικά ο Χρήστος. «Δε πρόκειται να βρούμε τίποτε. Παράτα με. Ο μόνος σίγουρα άχρηστος βασιλιάς που ξέρω είναι ο βασιλιάς στο σκάκι»
Ο Αλέξης έμεινε άφωνος για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα ούρλιαξε ορμώντας κατά πάνω στο φίλο του.
« Αυτό είναι ! Χρήστο, αυτό είναι! Ο βασιλιά είναι το πιο άχρηστο πιόνι στο σκάκι. Όλα τα άλλα κινούνται και θυσιάζονται για να τον σώσουν. Και πόσα είναι τα άλλα; Για μέτρα : 8 πιόνια, 1 βασίλισσα, 2 άλογα, 2 αξιωματικοί, 2 πύργοι. Σύνολο; ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ.»
«Καλά, και το 8;»
«Μα δε σου κόβει καθόλου; Κάθε πλευρά της σκακιέρας έχει οκτώ τετράγωνα, Θυμήσου: 4 άσπρα και 4 μαύρα. Το βρήκαμε» Και ο Αλέξης από τη χαρά του σηκώθηκε, άρχισε να χοροπηδάει μέσα στο δωμάτιο και να αγκαλιάζει το φίλο του.
«Ηρέμησε»  του είπε ο Χρήστος, πάντα δύσπιστος και πάντα προσγειωμένος. «Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι έχεις δίκιο και ο γρίφος μιλάει για έναν βασιλιά σε μια σκακιέρα, τι να το κάνει αυτό το στοιχείο ο δικός σου; Το μόνο που μου μένει να ακούσω είναι ότι ένας τρελός επιστήμονας, που εκτοξεύει ανθρώπους σε μαύρες τρύπες, φρόντισε να τους έχει και μια σκακιέρα για να περνάνε ευχάριστα την ώρα τους στη σκουληκότρυπα. Αυτό να ακούσω και θα τρελαθώώώώώώώώώ»  φώναξε ρίχνοντας μια βουτιά στο κρεβάτι του..
« Έλα τώρα.  Δεν είναι έτσι. Θα είναι κάποιος κωδικός, σχετικός με το σκάκι. Όπως σκάκι, σκακιέρα, ρουά, ματ, Κασπάροβ….»
«Τι είναι αυτό το τελευταίο πάλι;»
«Ο Κασπάροβ. Ο μεγαλύτερος σκακιστής όλων των εποχών.»
«Μπα, δε νομίζω.»
« Και γιατί, παρακαλώ;» ρώτησε ο Αλέξης,  που πίστευε ότι είχε βρει τη λύση στο πρόβλημα και δεν του άρεσε που ο φίλος του πήγαινε να του μειώσει τη σημασία της ανακάλυψης.
« Δε ξέρω, δε μου κάθεται» απάντησε ο Χρήστος. «Κοτζάμ επιστήμονας, που στέλνει ανθρώπους σε μαύρες τρύπες δεν μπορεί να χρησιμοποίησε για κωδικό κάποια λέξη όπως «ρουά». Δεν το καταλαβαίνεις; Είναι γελοίο.»
« Ωχ, όλο τη καταστροφή φέρνεις. Και εγώ σου λέω ότι αυτή είναι η λύση» επέμεινε ο Αλέξης.. «Αχ!  Δεν κρατιέμαι άλλο. Πρέπει να τα πω στον Αντρέα.»  Και όρμησε έξω από το δωμάτιο φωνάζοντας
«Μαμά, μπαμπά, ελάτε, πάμε σπίτι τώρα, πέρασε η ώρα.»
Οι γονείς του έμειναν να τον κοιτάνε με γουρλωμένα μάτια. Έπιναν καφέ με τους γονείς του Χρήστου, συζητώντας.  Ήξεραν ότι, σε κάθε επίσκεψή τους,  κάθε φορά που έλεγαν στο γιό τους πως είχε έρθει η ώρα να φύγουν, για να επιστρέψουν στο σπίτι τους, συναντούσαν βίαιες αντιδράσεις. Και τώρα … τώρα, τους ξεσήκωνε ο ίδιος ο Αλέξης!!!
« Έγινε τίποτε Αλέξη;» ρώτησε η μητέρα του.  «Μάλωσες με το Χρήστο;»
« Χρήστο» ρώτησε και η μαμά του Χρήστου. «Τι συνέβη;»
« Τίποτε μαμά». αποκρίθηκαν ταυτόχρονα Χρήστος και Αλέξης. «Απλώς είμαστε ώρες κλεισμένοι εκεί μέσα και βαρεθήκαμε. Θα τα ξαναπούμε μέσα στη βδομάδα.»
« Μπα, το κανονίσατε κιόλας πουλάκια μου;»
« Μα ναι! Επειδή μετακομίσατε δε σημαίνει πως θα χαθούμε κιόλας. Μέσα στη βδομάδα θα ξανασυναντηθούμε οπωσδήποτε» δήλωσε σοβαρά ο Χρήστος και, σιγά, για να μην τους ακούσουν οι άλλοι, μουρμούρισε στον Αλέξη: «Πάρε με τηλέφωνο να μου πεις  τι έγινε. Άντε, τα λέμε.»
« Γειά σου» είπε και ο Αλέξης, και, μουρμουριστά και αυτός, συμπλήρωσε : «Και όπως είπαμε ε; Τάφος.»

 

 

10.  Σκάκι

 

Φτάνοντας στο σπίτι ο Αλέξης, είπε στους γονείς του :
« Πάω να κοιμηθώ.  Είμαι πολύ κουρασμένος.
Μπήκε στο δωμάτιό του και περίμενε ανυπόμονα μέχρι να ακούσει τη πόρτα της κρεββατοκάμαρας των γονιών του να κλείνει. Περίμενε μερικά λεπτά ακόμα και ύστερα, στις μύτες των ποδιών του, μπήκε στο γραφείο και έκλεισε πίσω του τη πόρτα όσο πιο απαλά μπορούσε.  Έτρεξε στον υπολογιστή. Τον άνοιξε με χέρια που τρέμανε και μετά  πληκτρολόγησε:
«Αντρέα, είσαι εκεί;»
«Ναι.»
«Ξέρεις, νομίζω ότι βρήκα κάποια άκρη με το γρίφο.»
«Δηλαδή;»
«Αδύναμος βασιλιάς, που σχετίζεται με 8 και που δεκαπέντε θυσιάζονται για να τον σώσουν είναι μόνο ο  βασιλιάς της σκακιέρας.»
Για μερικά δευτερόλεπτα η οθόνη έμεινε νεκρή. Ο Αλέξης πληκτρολόγησε
«Είσαι ακόμα εκεί;»
«Ναι. Έχω τρελαθεί. Πως μπορεί να ήμουν τόσο βλάκας όλον αυτό το καιρό και να μη βλέπω κάτι τόσο απλό; Δεν το πιστεύω.»
«Έλα, για δοκίμασε να δώσεις στον υπολογιστή κάποια στοιχεία σχετικά με το σκάκι.»
«Περίμενε.»
Ο Αλέξης περίμενε υπομονετικά. Περίμενε 5 λεπτά, 10 λεπτά, ένα τέταρτο. Στο τέλος δεν άντεξε και πληκτρολόγησε.
«Τι γίνεται;»
«Τίποτε» απάντησε ο Αντρέας. «Έχω μέχρι στιγμής πληκτρολογήσει 8,  τον αριθμό 64 που είναι το σύνολο των τετραγώνων της σκακιέρας, 8 στη δευτέρα, που πάλι μας κάνει 64. Δεν έχει δεχτεί  τίποτε.  Έχω αρχίσει τώρα να πληκτρολογώ όλες τις λέξεις, που γνωρίζω, και που είναι σχετικές με το σκάκι.»
«Αντρέα»  είπε ο Αλέξης, «είναι πολύ αργά. Θα πάω να ξαπλώσω και θα τα πούμε αύριο το πρωί.»
Μα ο Αντρέας χαμένος στους υπολογισμούς του δεν του απάντησε και έτσι ο Αλέξης, έκλεισε τον υπολογιστή και επέστρεψε στο κρεββάτι του όσο πιο ήσυχα μπορούσε.

.

.

Την επομένη το πρωί, μόλις έφυγαν οι γονείς του, ο Αλέξης έτρεξε και πάλι στον υπολογιστή. Τον άνοιξε και βιαστικά πληκτρολόγησε:
« Αντρέα, τι έγινε, τη βρήκες τη λύση;»
«Όχι» του απάντησε ο άγνωστος φίλος του και ο Αλέξης, πίσω από αυτή τη μικρή λεξούλα  μάντεψε τη μεγάλη του απογοήτευση.
«Είμαι στημένος μπροστά στον υπολογιστή συνεχώς από τη στιγμή, που κλείσαμε την επικοινωνία» συνέχισε ο Αντρέας «και πληκτρολογώ αριθμούς και λέξεις που νομίζω ότι μπορεί, με κάποιο τρόπο, να έχουν κάποια σχέση με το σκάκι. Και όμως… τίποτε. Φιλαράκο μου, δε θέλω να σε απογοητεύσω, η ιδέα σου με το σκάκι ήταν πολύ έξυπνη, αλλά δυστυχώς, άλλη είναι η απάντηση του γρίφου»
«Όχι» απάντησε ο Αλέξης. «Είμαι σίγουρος πως αυτή είναι η σωστή απάντηση. Απλώς δεν την ερμηνεύουμε σωστά. Θυμήσου λίγο. Τι σχέση είχε ο φίλος σου με το σκάκι;»
«Ποιος; ο Γιάννης;  Καμία σχέση. Το βαριόταν σαν παιχνίδι. Να σκεφτείς ότι δεν το είχε καν εγκατεστημένο στον υπολογιστή του.»
«Εσύ; Εσένα σου αρέσει αυτό το παιχνίδι;»
«Δεν τρελαίνομαι ιδιαίτερα.»
«Δε βοηθάς»  είπε απελπισμένος ο Αλέξης. «Κάτι πρέπει να υπάρχει σχετικό με το σκάκι, που να αφορά  είτε εσένα, είτε αυτόν, είτε και τους δυο σας. Προσπάθησε να θυμηθείς. Δεν είχατε παίξει ποτέ οι δυο σας μια παρτίδα; Εγώ με το κολλητό  μου, παίζουμε τακτικά.»
«Όχι, δεν παίζαμε συχνά. Τώρα που το λες πρέπει να ήταν ελάχιστες οι φορές που είχαμε παίξει σκάκι.»
«Πού είχατε παίξει;»
«Πού να θυμάμαι; Στο σχολείο, στο σπίτι μου, μια φορά με τη σκακιέρα του … Στάσου, στάσου» είπε ξαφνικά ο ξένος κόβοντας τη πρότασή του στη μέση. «Σαν κάτι να μου έρχεται στο μυαλό.»
«Τι; τι;» ρώτησε ανυπόμονα ο Αλέξης.
«Κάτσε να θυμηθώ τι ακριβώς είχε γίνει…Α! ναι! Κάποτε εγώ κι ο Γιάννης είχαμε πάει μια μικρή εκδρομή στην εξοχή. Κάναμε μπάνιο στη θάλασσα, κάτσαμε σε ένα ταβερνάκι να φάμε και η ώρα περνούσε ευχάριστα. Ετοιμαζόμασταν να φύγουμε όταν αποφασίσαμε, πριν ξεκινήσουμε, να πιούμε έναν καφέ. Περπατώντας, ανακαλύψαμε μια καφετέρια, που έδειχνε αρκετά συμπαθητική. Στο πίσω μέρος της φαινόταν να υπάρχει μια αυλίτσα, με μπόλικο πράσινο και φρεσκοβαμμένα τραπεζάκια για τους πελάτες.  Μπήκαμε, και καθήσαμε σε ένα απόμερο τραπεζάκι. Κοιτάξαμε γύρω μας και μείναμε έκπληκτοι. Η αυλή ήταν τετράγωνη, και τα τραπεζάκια για τους πελάτες ήταν παρατεταγμένα και αυτά σε τετράγωνο, αφήνοντας το κέντρο της αυλής κενό. Εκεί, στο κέντρο λοιπόν, κάποιος είχε βάψει τα πλακάκια του δαπέδου εναλλάξ άσπρα και μαύρα, έτσι ώστε να θυμίζουν μια τεράστια σκακιέρα. Καθόμασταν εντυπωσιασμένοι και τα κοιτάγαμε και ρωτήσαμε τον ιδιοκτήτη πώς του είχε έρθει αυτή η πρωτότυπη ιδέα. Αυτός τότε μας είπε ότι, καθώς του άρεσε το σκάκι, προσπαθούσε να κάνει και τα παιδιά του να το αγαπήσουν. Για να τους κεντρίσει λοιπόν το ενδιαφέρον είχε δημιουργήσει αυτή τη τεράστια σκακιέρα, είχε παραγγείλει μεγάλα ξύλινα πιόνια, στο ύψος ενός μικρού παιδιού και όποτε είχε χρόνο καθόταν και έπαιζε μαζί τους.  Μας πρότεινε, αν θέλαμε να μας δώσει τα πιόνια να παίξουμε και εμείς μια παρτίδα. Μα, δυστυχώς, όσο και αν μας άρεσε η ιδέα, δεν είχαμε αρκετό χρόνο στη διάθεσή μας. Σε λίγο, έπρεπε να φύγουμε. Τότε ξαφνικά, ο Γιάννης, γύρισε και μου είπε:
«Τεράστια σκακιέρα, τεράστια πιόνια. Μου εξάπτει τη φαντασία όλο το σκηνικό. Αν είχαμε ώρα στη διάθεσή μας, θα σε έπαιζα μια παρτίδα και είμαι σίγουρος ότι θα σε νικούσα.»

 

«Σιγά, να μη με νικούσες» του απάντησα κοροϊδευτικά. «Είσαι εξαιρετικός επιστήμονας φίλε μου αλλά πάρα πολύ κακός σκακιστής. Στη τρίτη κίνηση θα σου είχα κάνει ματ.»
Κάναμε πλάκα κάμποση ώρα, πειράζοντας ο ένας τον άλλον  και τώρα που το λέμε συνειδητοποιώ πως ήταν η μοναδική φορά ίσως που με το Γιάννη κάναμε συζήτηση για το σκάκι.»
« Θυμήσου, μήπως σου είπε κάτι άλλο σημαντικό;» ρώτησε ο Αλέξης.
«Όχι, είμαι σίγουρος.»
« Γιατί δεν δοκιμάζεις να περάσεις στον υπολογιστή κάτι σχετικό με αυτή την εκδρομή σας, τη τοποθεσία ας πούμε, το όνομα της καφετέριας, την ημερομηνία.» πρότεινε ο Αλέξης.
« Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε και δε θυμάμαι τίποτε από όλα αυτά. Το μόνο, που θυμάμαι, είναι  το μέρος, που είχαμε πάει εκδρομή. Ήταν η  Ερέτρια.  Και η καφετέρια, για την οποία σου μιλάω, βρισκόταν, δίπλα στο λιμάνι, δεξιά, αν θυμάμαι καλά,  από το σημείο, όπου αράζουν τα πλοία.»
«Στην Ερέτρια; είναι μακριά. Πρέπει να ψήσω τους γονείς μου να με πάνε εκεί» σκέφτηκε ο Αλέξης και πληκτρολόγησε στον υπολογιστή:
«Κλείνω τώρα θα δω τι θα σκεφτώ. Σκέψου και εσύ τίποτε. Γεια σου.»

.

Την άλλη μέρα ο Αλέξης, πήρε τηλέφωνο το φίλο του και με μισόλογα -γιατί ποτέ κανείς δεν ξέρει με τα τηλέφωνα και τη τεχνολογία- του παρέθεσε τα καθέκαστα.
«Πρέπει να πάμε στην Ερέτρια να βρούμε το μαγαζί» είπε αποφασιστικά ο Χρήστος. «Είμαι χίλια τα εκατό σίγουρος ότι το όνομα του μαγαζιού είναι ο κωδικός, που χρειάζεται ο τύπος»
«Καλά μην ενθουσιάζεσαι τόσο. Εδώ έχουμε να λύσουμε έναν άλλο  γρίφο, τον δυσκολότερο από όλους» του έκοψε τη φόρα ο Αλέξης.
« Ποιόν;» ρώτησε απορημένος ο Χρήστος.
«Να πείσουμε τους γονείς μας να μας πάνε εκεί εκδρομή. Θα αρχίσω το ψήσιμο από σήμερα το βράδυ» δήλωσε αποφασιστικά ο Αλέξης.
«Καλή επιτυχία» του ευχήθηκε ο Χρήστος. «Και, κοίτα, κανόνισε να πάμε μαζί αυτή την εκδρομή. Μη τυχόν και με ξεχάσεις.»
«Εννοείται,» είπε ο Αλέξης. «Γειά σου τώρα.»
«Γειά σου» είπε και ο Χρήστος, κλείνοντας το τηλέφωνο.

 

 

11.  Ερέτρεια

 

Το ίδιο κιόλας βράδυ, με το που γύρισαν οι γονείς του και κάθησαν στο τραπέζι να φάνε,  ο Αλέξης έβαλε σε εφαρμογή το μεγάλο σχέδιο.
« Δεν θα πάμε για κανένα μπάνιο; Βαρέθηκα να κάθομαι έτσι όλη μέρα».
«Δεν το πολυβλέπω»  είπε ο πατέρας του. «Ξέρεις ότι έχω πρόβλημα στη δουλειά μου και δουλεύω ακόμα και τα Σάββατα.
«Δεν είπα να πάμε εκδρομή μακριά. Αλλά μια Κυριακή πρωί μπορούμε να κανονίσουμε με το Χρήστο και τους γονείς του να πάμε κάπου κοντά για ένα μπανάκι.»
« Α! Θες και το Χρήστο μαζί.»
«Ε! Ναι.  Με ποιόν θα παίζω στη θάλασσα; Έλα, πες μου,  θα πάμε;»
«Και που θες να πάμε, για να ΄χουμε καλό ρώτημα;»
«Δεν ξέρω. Κάπου κοντά. Ας πούμε… στην Ερέτρια.»
«Στην  Ερέτρια; Πώς σου ήρθε;» τον ρώτησε με έκπληξη ο πατέρας του.
«Να, σκέφτηκα πως δεν έχουμε ξαναπάει εκεί και έχω ακούσει ότι είναι όμορφο μέρος.» απάντησε ο Αλέξης. «Εξάλλου, στο σχολείο είχαμε μάθει  ότι έχει και ένα ωραίο αρχαιολογικό μουσείο» πρόσθεσε, καθώς ήξερε το «κόλλημα», που είχε η μητέρα του με τα μουσεία και όλα τα συναφή.
Ο πατέρας του, που μόλις είχε βάλει μια μπουκιά στο στόμα του,  κόντεψε να πνιγεί. «Και θέλεις ΕΣΥ να πάμε εκδρομή, για να πάμε στο μουσείο; Αγόρι μου μήπως έχεις πυρετό;» ρώτησε κοροϊδευτικά το γιό του.
«Ωχ, έλα τώρα μωρέ μπαμπά. Είναι μια καλή ευκαιρία να συνδυάσουμε τη διασκέδαση με την εκπαίδευση. «Το τερπνόν μετά του ωφελίμου», όπως συνηθίζεις να λες. Γιατί λοιπόν με κοροϊδεύεις;»
«Αλέξη, τι συμβαίνει; Λέγε» επέμεινε ο πατέρας του που άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι κρυβόταν πίσω από αυτή την ξαφνική αγάπη του γιού του για τα μουσεία.
«Τι μπορεί να συμβαίνει μπαμπά; Απλώς θέλω να πάω μια εκδρομή με το φίλο μου. Εσύ και η μαμά, δουλεύετε όλη τη μέρα. Βγαίνετε από το σπίτι. Εγώ κλεισμένος εδώ μέσα συνέχεια έχω βαρεθεί. Δεν το καταλαβαίνεις;»
« Έχει δίκιο το παιδί,» πήρε και  η μαμά το μέρος του κανακάρη της. «Έχει πήξει πια εδώ μέσα.»
« Θα με τρελάνεις και συ» της είπε ο πατέρας. «Πότε πρόλαβε να πήξει; Πριν από δυο εβδομάδες γυρίσαμε από τις διακοπές. Δεκαπέντε μέρες μόνο έχει μείνει μόνος του στο σπίτι. Σιγά μην έπηξε κιόλας. Εξάλλου προχθές, το Σάββατο δεν ήταν πάλι με το φίλο του;»
« Δεν έχει σημασία. Δυο βδομάδες είναι μεγάλο διάστημα για ένα παιδί της ηλικίας του» επέμεινε  η μαμά του. «Θα πάρω τους γονείς του Χρήστου να το κανονίσουμε. Άλλωστε κι εγώ κάνω κέφι μια εκδρομούλα.»
«Στην Ερέτρια;» ρώτησε ειρωνικά ο μπαμπάς. «Μήπως καίγεσαι και εσύ να επισκεφθείς το μουσείο της;»
« Στην Ερέτρια. Γιατί όχι;» είπε η μαμά και σηκώθηκε από το τραπέζι, πλησίασε το τηλέφωνο και σχημάτισε έναν αριθμό. Μίλησε λίγο με τη μαμά του Χρήστου, που απάντησε στο τηλεφώνημα, της εξήγησε τα σχέδιά τους και εκείνη συμφώνησε αμέσως:
«Αχ, τι ωραία,» είπε,  «έχω σκυλοβαρεθεί μέσα στο σπίτι. Θα είναι πολύ ωραία. Αλλά στην Ερέτρια; Πώς σας ήρθε; Έχετε ξαναπάει; Δεν το είχατε αναφέρει ποτέ.»
« Ο  Αλέξης το ζήτησε. Δεν ξέρω πώς του ΄ρθε, αλλά μου φάνηκε καλή ιδέα. Είναι  κοντά στην Αθήνα, έχει θάλασσα, έχω ακούσει πως έχει πολλές ταβέρνες, Φαντάζομαι πως θα περάσουμε καλά» είπε χαρούμενη η μαμά του Αλέξη.
«Σύμφωνοι»  απάντησε και η μαμά του Χρήστου. «Κανονίστηκε.»
Ο Αλέξης, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας.

.

.

Έφτασε το Σαββατοκύριακο, οι δυο οικογένειες συναντήθηκαν και ξεκίνησαν για το προορισμό τους.
Πέρασαν το πορθμό του Ευρίπου, που χωρίζει τη Στερεά Ελλάδα από την Εύβοια και σταμάτησαν λίγο για να παρατηρήσουν το περίφημο και παγκόσμια γνωστό φαινόμενο της παλίρροιας. Ο μπαμπάς του Αλέξη εξήγησε στα παιδιά πως εδώ, τα νερά κυλάνε προς μια κατεύθυνση για έξι ώρες. Μετά η ροή τους αλλάζει κατεύθυνση και κυλάνε για άλλες έξι ώρες προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε κάθε αλλαγή κατεύθυνσης του ρεύματος επικρατεί για λίγα λεπτά ηρεμία.
«Για τι συμβαίνει αυτό;»  ρώτησε ο Αλέξης
«Από την αρχαιότητα, Αλέξη μου, το φυσικό αυτό φαινόμενο έχει απασχολήσει τους ερευνητές, μα ικανοποιητική εξήγηση μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί» .άρχισε να εξηγεί ο πατέρας του Αλέξη.  «Σίγουρα η έλξη γης – σελήνης έχει καθοριστική σχέση με τη δημιουργία του φαινομένου, ενώ κάποιο ρόλο πρέπει να παίζει και η γεωγραφική θέση της Εύβοιας σε σχέση με την Στερεά Ελλάδα. Η παράδοση αναφέρει, ότι ο μεγάλος σοφός της αρχαιότητας, ο Αριστοτέλης, αυτοκτόνησε στα νερά του Ευρίπου, επειδή δεν μπόρεσε να εξηγήσει το φαινόμενο αυτού του πορθμού.»
«Είναι τρελλοί, αυτοί οι σοφοί» μουρμούρισε ο Χρήστος ακούγοντας τη τελευταία φράση.

.

.

Μπήκαν ξανά στα αυτοκίνητα και κατευθύνθηκαν προς την Ερέτρια.
« Η Ερέτρια είναι χτισμένη στις δυτικές ακτές της Εύβοιας. Η πόλη αυτή για πρώτη φορά μνημονεύεται ως «Ειρέτρια» από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, στον κατάλογο των πλοίων, που πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία. Αργότερα, όταν ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος έστειλε εναντίον της Ελλάδας τον περσικό στρατό με επικεφαλής τους στρατηγούς Δάτη και Αρταφέρνη, τους έδωσε εντολή να αποτελέσει η Ερέτρια έναν από τους πρώτους στόχους του, γιατί οι Ερετριείς είχαν πάρει  μέρος στην ιωνική επανάσταση. Η πόλη παραδόθηκε στους Πέρσες ύστερα από πολιορκία έξι ημερών, μετά από προδοσία του Ευφόρβου και του Φιλάγρου. Οι Πέρσες τη κατέστρεψαν και πυρπόλησαν τα ιερά. Όσοι κάτοικοι είχαν καταφύγει στα βουνά, αφού έφυγαν οι Πέρσες, επέστρεψαν και ξανάχτισαν την πόλη τους πάνω στα ερείπια της πρώτης. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την περσική καταστροφή, η Ερέτρια κατόρθωσε να ξαναγίνει μια σπουδαία πόλη. Πήρε μάλιστα μέρος στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας. Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1824, η Ερέτρια αποικίστηκε από κατοίκους των Ψαρών, όταν αυτοί εγκατέλειψαν το νησί τους μετά την καταστροφική τουρκική επιδρομή. Τότε πήρε και το όνομα Νέα Ψαρά»

.

Κάθε φορά που πήγαιναν εκδρομή η μητέρα του Αλέξη, μάζευε μερικά στοιχεία και, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τα αφηγούταν στο γιό της, προσπαθώντας να συνδυάσει τη διασκέδαση με τη γνώση. Και κάθε φορά, η προσπάθειά της αυτή κατέληγε σε καυγά, καθώς ο Αλέξης, φώναζε στο τέλος ότι του έσπαγε τα νεύρα και ότι όλα αυτά τα γεωγραφικά, ιστορικά και λοιπά στοιχεία, που προσπαθούσε η μητέρα του να του βάλει στο κεφάλι, τον άφηναν παγερά αδιάφορο.
Για πρώτη φορά όμως τώρα, μια που η μαμά του είχε πείσει το πατέρα του και είχε κανονίσει αυτή την εκδρομή ο Αλέξης, θεώρησε υποχρέωσή του να την ακούει, χωρίς γκρίνιες, να του αραδιάζει την ιστορία της Ερέτριας. Καθισμένος λοιπόν στο πίσω κάθισμα, με αφάνταστη υπομονή, χάζευε το όμορφο τοπίο,  ακούγοντας τη φωνή της μητέρας του, αν και ώρες ώρες έχανε τη συνέχεια, καθώς το μυαλό του ταξίδευε ανάμεσα σε σκακιέρες, μαύρες τρύπες, άχρηστους βασιλιάδες και σκουληκότρυπες.

 

 

12 .  Ο βασιλιάς πάνω στο Οκτώ

 

Επιτέλους, έφτασαν στην Ερέτρια, και η αφήγηση της μητέρας του –ευτυχώς-  πήρε τέλος. Γύρισαν λίγο με το αυτοκίνητο, μέχρι που  βρήκαν ένα ωραίο μέρος για μπάνιο, άπλωσαν τις πετσέτες τους στην άμμο και ενώ οι μεγάλοι κάθονταν στη παραλία συζητώντας τα δυο παιδιά βούτηξαν κατευθείαν στον νερό.
Μέσα στη θάλασσα, όμως, αντί να αρχίσουν τα συνηθισμένα τους παιχνίδια με τη μπάλα, κολύμπησαν σε μια απόσταση ασφαλείας, εκεί όπου κανείς δε θα μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν και άρχισαν να συζητάνε.
« Λοιπόν, είμαστε στην Ερέτρια» είπε ο Χρήστος. «Τώρα, τι γίνεται;»
«Θα τους ψήσουμε να κάτσουμε για φαί κοντά στο λιμάνι» είπε ο Αλέξης, που όλη την εβδομάδα είχε καταστρώσει στρατηγικά σχέδια,  «και αφού φάμε, την ώρα που θα κάτσουν να πιούνε καφέ και θα αρχίσουν να συζητάνε όλες εκείνες τις αηδίες, ξέρεις, που συνηθίζουν, ποδόσφαιρα, οικονομικά, το μέλλον μας  και τα ρέστα, θα σηκωθούμε, τάχα πως πάμε μια βόλτα στη παραλία να χαζέψουμε το μέρος. Θα πάρουμε το δρόμο δεξιά του λιμανιού και εκεί  και θα εντοπίσουμε τη καφετέρια με τη σκακιέρα. Θα δούμε το όνομά της, που είμαι σίγουρος ότι είναι ο κωδικός, που χρειαζόμαστε. Μετά φεύγουμε.»
« Κι αν δε βρούμε τη καφετέρια;»
« Γιατί να μη τη βρούμε;» απόρησε ο Αλέξης.
« Γιατί, μετά από τόσα χρόνια, η καφετέρια, μπορεί και να μην υπάρχει πια. Αν δεν το πρόσεξες,» είπε κοροϊδευτικά ο Χρήστος, που ήξερε πόσο αφηρημένος ήταν γενικά ο φίλος του, «η δεξιά πλευρά του λιμανιού πρέπει να έχει ανασχεδιασθεί. Περνώντας με το αυτοκίνητο είδα μόνο μια τεράστια πλατεία, χωρίς κτίσματα.»
«Αμάν μωρέ Χρήστο» γκρίνιαξε  ο Αλέξης. «Σε έχω βαρεθεί. Συνέχεια τη καταστροφή φέρνεις. Κασσάνδρα σκέτη έχεις καταντήσει. Πάμε ως εκεί και βλέπου…..» Η φράση του έμεινε μετέωρη και από το στόμα του άρχισαν να βγαίνουν μπουρμπουλήθρες, καθώς ξαφνικά βρέθηκε κάτω από το νερό. Αφοσιωμένοι, όπως ήταν οι δυο φίλοι στα σχέδιά τους, δεν πήραν χαμπάρι τους πατεράδες τους, που είχαν πλησιάσει αθόρυβα, από πίσω και βούλιαξαν, σχεδόν ταυτόχρονα,  τα δυο παιδιά μέσα στο νερό. Βήχοντας και φτύνοντας νερά ο Αλέξης βγήκε στην επιφάνεια και άρχισε να κυνηγάει το πατέρα του να του ανταποδώσει τη ‘πατητή’.
«Θα σε πιάσω, και θα δεις» του φώναζε ο Αλέξης.
Ο πατέρας του κολυμπώντας και γελώντας τον ρώτησε:
«Τι συνωμοτείτε τόση ώρα οι δυό σας; Γιατί δε παίζετε;»
« Μπρός, μαζευτείτε» φώναξε εκείνη τη στιγμή και ο πατέρας του Χρήστου. «Ελάτε να παίξουμε μπάλα.»
Και με παιχνίδια, βουτιές και μπάλα η ώρα πέρασε ευχάριστα για όλους. Κάποια στιγμή, οι μαμάδες των παιδιών, που από ώρα είχαν τελειώσει το μπάνιο τους και, ξαπλωμένες την αμμουδιά, απολάμβαναν τον ήλιο, φώναξαν:
«Αντε, οι άντρες! Βγείτε επιτέλους.  Ώρα για φαί.»
Μπαμπάδες και γιοί βγήκαν από το νερό και μέχρι να στεγνώσουν λίγο από τα πολλά νερά, άρχισαν να συζητάνε για το που θα πήγαιναν να φάνε.
«Που θα κάτσουμε; ρώτησε ο μπαμπάς του Αλέξη.
«Έχω ακούσει» είπε ο μπαμπάς του Χρήστου «ότι μερικά χιλιόμετρα από εδώ είναι ένα χωριουδάκι που έχει…»
Μα δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Ο Χρήστος τον έκοψε φωνάζοντας.
« Όχι, μπαμπά, όχι, εδώ να κάτσουμε.»
Οι γονείς του τον κοίταξαν έκπληκτοι.
«Πώς έτσι νεαρέ; Έχει πάρει το μάτι σου τίποτε καλό;»
«Θέλω απλώς να κάτσουμε κοντά στο λιμάνι, να βλέπω τα πλοία, που πηγαινοέρχονται» είπε ο Χρήστος.
« Ναι, μαμά» είπε και ο Αλέξης, «Και εγώ κοντά στο λιμάνι θέλω να κάτσουμε.»
Μάταια οι γονείς προσπάθησαν να μεταπείσουν με τα λογικότερα των επιχειρημάτων τα δυο παιδιά. Ότι αν κάθονταν κοντά στο λιμάνι, όλος ο κόσμος, που θα κατέβαινε τώρα από τα φέρυ μπωτ εκεί θα κατέληγε και άρα θα δυσκολεύονταν να βρουν καλό τραπέζι, καλή εξυπηρέτηση κ.λπ κλ.π. Ότι αν πήγαιναν σε κανένα χωριουδάκι παραλιακό, λίγο πιο μακριά θα είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν και την υπόλοιπη περιοχή και να ξέρουν περισσότερα την επόμενη φορά που τυχόν θα ξανάρχονταν, ότι…
Τα δυο παιδιά ήταν αμετάπειστα. «Θέλουμε  να χαζεύουμε τα πλοία» δήλωναν αποφασιστικά.
Οι πατεράδες άρχιζαν να νευριάζουν και οι μαμάδες έδωσαν τελικά τη λύση.
«Άντε, ας τους κάνουμε το χατίρι. Άλλωστε γι αυτά ήρθαμε εδώ. Ας τα αφήσουμε να ευχαριστηθούν, όσο θέλουν.»
Μπήκαν στα αυτοκίνητα, βρήκαν ένα συμπαθητικό κεντράκι, σχετικά κοντά στο λιμάνι και κάθισαν. Ο καθαρός αέρας, ο ήλιος, τα παιχνίδια στη θάλασσα είχαν ανοίξει την όρεξη όλων. Παράγγειλαν ένα λουκούλλειο γεύμα,  και αφού έφαγαν με την ησυχία τους, συζητώντας και γελώντας, ο μπαμπάς του Χρήστου ρώτησε στο τέλος:
«Τι θα γίνει θα πιούμε κανένα καφεδάκι;» Ενώ οι ενήλικες της παρέας υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό την ερώτηση, ο Χρήστος κλώτσησε τον Αλέξη κάτω από το τραπέζι.
Ο Αλέξης σηκώθηκε.
« Μαμά, μπαμπά, όσο θα πίνετε καφέ, να πάμε με το Χρήστο να περπατήσουμε λιγάκι, στα στενά της πόλης και κατά μήκος της παραλίας;»
« Να πάτε.»
Και τα δυο παιδιά ξεκίνησαν την εξερεύνηση τους.
Τα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους ήταν λιγοστά: κοντά στο λιμάνι, δεξιά,   από το σημείο, όπου αράζουν τα πλοία, είχε πει ο Αντρέας.
Περπάτησαν λίγο στα δρομάκια της πόλης, έφτασαν στο ύψος του λιμανιού και από εκεί, ξεκίνησαν, μια μεγάλη βόλτα, προχωρώντας,  συνέχεια δεξιά, και  προσπαθώντας να εντοπίσουν τη καφετέρια.
Μα, δυστυχώς, σύντομα φάνηκε πως ο Χρήστος είχε δίκιο. Δεν υπήρχαν κτίσματα σε εκείνο το σημείο, μόνο μια τεράστια προκυμαία – πλατεία.
« Τζίφος» είπε ο Χρήστος. «Στα λεγα εγώ. Μετά από τόσα χρόνια ήταν φυσικό. Τη καφετέρια τη γκρέμισαν καθώς και όσα κτίσματα υπήρχαν εδώ. Πάμε πίσω. Ο επιστήμονάς σου θα μείνει αιώνια μέσα στη σκουληκότρυπά του.»
« Όχι» είπε ο Αλέξης, που το χε βάλει σκοπό της ζωής του να σώσει τον Αντρέα. «Ας ψάξουμε λίγο ακόμη»
« Μα μη γίνεσαι ούφο. Πού να ψάξουμε, Δε βλέπεις ότι δεν υπάρχει τίποτε;»
« Ας ρωτήσουμε κανένα περαστικό. Μπορεί κάποιος να ξέρει.»
« Μα είσαι σοβαρός;» είπε ο Χρήστος. Τι να ρωτήσουμε; «Ξέρετε, υπήρχε κάποτε εδώ μια καφετέρια, που στο έδαφος είχε ζωγραφισμένη μια σκακιέρα. Σας παρακαλούμε πέστε μας το όνομά της. Το χρειαζόμαστε για να βγάλουμε έναν επιστήμονα από μια σκουληκότρυπα.»
«Εγώ δε το βρίσκω τόσο αστείο» είπε κακόκεφα ο Αλέξης. «Θα ρωτήσω».
Μα για κακή τους τύχη εκείνη τη στιγμή –ντάλα μεσημέρι- κανείς δεν περνούσε από εκεί εκτός από μερικούς ξένους τουρίστες, που ήταν προφανές ότι δεν ήξεραν την απάντηση στο πρόβλημά τους.
« Έλα» είπε ο Χρήστος στο φίλο του, «γυρνάμε. Θα έχουν ανησυχήσει οι δικοί μας, λείπουμε κάμποση ώρα. Κάτι μπορεί να σκεφτούμε στο δρόμο.»
« Πάμε πιο κοντά στη θάλασσα» είπε περίλυπος ο Αλέξης. «Ας χαζεύουμε τουλάχιστον το κύμα.»
Πήραν το δρόμο του γυρισμού, προχωρώντας αφηρημένα κοντά στη θάλασσα, αυτή τη φορά, από την αριστερή πλευρά, του λιμανιού.  Ο Αλέξης προχωρούσε με το κεφάλι κάτω. Μάταια ο φίλος του προσπαθούσε να τον κάνει να διασκεδάσει λίγο.
« Κοίτα, Αλέξη, ένα καβούρι προσπαθεί να σκαρφαλώσει στη προκυμαία, έλα να το πιάσουμε.»
Μα ο Αλέξης δεν είχε όρεξη για τίποτε.
Ξαφνικά τινάχτηκε σαν να τον είχε τσιμπήσει μέλισσα. Βούτηξε από το χέρι το φίλο του, που έψαχνε για καβούρια.
« Χρήστο, Χρήστο, εκεί» του είπε και του έδειχνε κάπου αόριστα μπροστά.
« Τι; Τι είναι;» ρώτησε ο Χρήστος.
« Δε βλέπεις; Η σκακιέρα, που ψάχνουμε.»
Ο Χρήστος κύτταξε καλύτερα. Λίγα βήματα μακρύτερά τους, οι πλάκες στη προκυμαία ήταν τοποθετημένες εναλλάξ μαύρες και άσπρες, σα να σχημάτιζαν μια σκακιέρα.
Τα δυο παιδιά έτρεξαν και στάθηκαν πάνω στη σκακιέρα.
Ο Αλέξης θριάμβευσε: «Τα βλέπεις; Μπορεί να γκρέμισαν τη καφετέρια αλλά άφησαν το πάτωμά της  έμεινε ανέπαφο. Φαίνεται θα τους άρεσε έτσι.»
«Μα εδώ», είπε ο Χρήστος, «είμαστε ΑΡΙΣΤΕΡΑ του λιμανιού. Τι σου έλεγε ο τύπος; Δεν ξέρει να ξεχωρίσει το δεξιά από το αριστερά;»
«Μπορεί να έκανε λάθος» απάντησε ο Αλέξης. «Μπορεί να μη θυμόταν καλά μετά από τόσα χρόνια. Μπορεί να εννοούσε δεξιά, όπως κοιτάς το λιμάνι από τη πόλη και όχι όπως βγαίνεις από το πλοίο. Που θες να ξέρω; Εξάλλου, αυτό, είναι το πρόβλημά σου τώρα;»
« Πολλά είναι τα προβλήματά μου τώρα,» μουρμούρισε απαισιόδοξα Χρήστος. «Δεν βλέπω πουθενά καμία ταμπέλα να λέει –«Εδώ βρισκόταν κάποτε η καφετέρια «Η Μαύρη Τρύπα» . Τι να το κάνουμε που βρήκαμε τη σκακιέρα αφού δεν μπορούμε να βρούμε το όνομα της καφετέριας;»
« Στάσου» είπε ο Αλέξης. «Ας σκεφτούμε λίγο ακόμη το γρίφο. Μίλαγε για το βασιλιά.»
« Για να μας δώσει την ένδειξη ότι αναφερόταν σε σκακιέρα.»
« Κι αν δεν ήταν αυτό μόνο; Αν ήθελε να μας επισημάνει κάποιο συγκεκριμένο σημείο; Γρήγορα, βρες που στέκεται ο βασιλιάς. Πήγαινε από εκεί. Ασχολούμαι εγώ με τον άσπρο και εσύ με το μαύρο.»
Ο Χρήστος πήγε στη θέση που του υπέδειξε ο φίλος του.
« Αλέξη» φώναξε,  «η πλάκα είναι λίγο σπασμένη στην άκρη»
Έσκυψε και έβαλε το δάχτυλό του στο κενό, που σχημάτιζε η σπασμένη πλάκα.
«Σηκώνεται, βγαίνει από τη θέση της» είπε με φωνή, που τρεμούλιαζε από τη συγκίνηση.
Ο Αλέξης τον πλησίασε τρέχοντας, τρέμοντας και αυτός από την αγωνία. Με κόπο ανασήκωσαν τη πλάκα.
« Κάτι έχει από κάτω» φώναξε ο Αλέξης «Ένα πλαστικό κουτάκι. Το πιασα.»
«Γρήγορα, άνοιξέ το» τον παρότρυνε ο Χρήστος. «Όχι, στάσου» άλλαξε ξαφνικά γνώμη. «Κι αν έχει κανέναν εκρηκτικό μηχανισμό; Κι αν έχει κανένα μηχανισμό και μας στείλει και μας στη σκουληκότρυπα; Κάτσε, πριν το ανοίξεις, καλού κακού  να απομακρυνθώ.»
Ο Αλέξης τον κύτταξε επιτιμητικά: «Χρήστο, πολλές ταινίες επιστημονικής φαντασίας βλέπεις».
«Εγώ;» διαμαρτυρήθηκε ο Χρήστος «Όλες οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έχω δει δεν πλησιάζουν ούτε κατά διάνοια, όλα  αυτά που μου διηγείσαι μια βδομάδα τώρα. Άντε τέλειωνε. Άνοιξε το να δούμε τι έχει μέσα, Με έχει φάει η περιέργεια.»
Το κουτάκι δεν χρειαζόταν κλειδί για να ανοίξει. Πάτησαν ένα κουμπάκι στο πλάι και άνοιξε, αποκαλύπτοντας στο εσωτερικό του μια δισκέτα για ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τα δυο παιδιά περιεργάστηκαν τη δισκέτα.
«Περίεργο» είπε ο Αλέξης. «Μια δισκέτα. Πώς θα του τη στείλω;»
«Μα δε θα του τη στείλεις, ανόητε»  φώναξε ο πρακτικός Χρήστος «Φαντάζομαι πως θα τη βάλεις στον υπολογιστή στο σπίτι σου και θα πάρεις οδηγίες για να του τις μεταφέρεις»
« Και αν» είπε ο Αλέξης με γουρλωμένα μάτια, «ενεργοποιεί κανένα πρόγραμμα και βρεθώ και εγώ στη σκουληκότρυπα;»
« Τότε» απάντησε  με επισημότητα ο Χρήστος, «θα μπορώ να καυχιέμαι ότι ο κολλητός μου έχει κάνει το πιο μακρινό ταξίδι του κόσμου»
« Χρήστο, άσε τις βλακείες. Άντε, ας γυρίσουμε. Θα μας ψάχνουν. Και θα σκεφτώ τι θα κάνω. Θα ρωτήσω και τον Αντρέα»
Ο Αλέξης έκρυψε το κουτάκι με τη δισκέτα στο παντελόνι του και τα δυο παιδιά γύρισαν να συναντήσουν τους γονείς τους.
« Που χαθήκατε εσείς;» τους ρώτησαν οι γονείς τους, που ήταν ήδη στο δεύτερο καφέ.
« Παρασυρθήκαμε από τις γραφικές ομορφιές της πόλης» είπε σοβαρά ο Χρήστος.
«Αλήθεια;»  τον ρώτησε ο πατέρας του Αλέξη, που κατάλαβε ότι ο Χρήστος κορόιδευε. «Και εγώ έλεγα ότι θα είχατε χαθεί μέσα στο μουσείο»
«Ποιο μουσείο;» ρώτησε ο Χρήστος,
« Ξέρει ο φίλος σου» απάντησε ο πατέρας.
« Άντε πάμε» είπε ο Αλέξης, που το μυαλό του γύριζε γύρω από τον ανακάλυψη που είχανε κάνει και δεν είχε όρεξη για πολλά πολλά.

 

13.  Γρίφος Νο 2

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι, ο Αλέξης άνοιξε τον υπολογιστή και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια στον Αντρέα τα καθέκαστα. Γεμάτος συγκίνηση αυτός του είπε.
« Μικρέ μου φίλε, αν κατορθώσω να σωθώ από εδώ δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πόσα έκανες για μένα. Μα πες μου, τι έχει μέσα η δισκέτα;»
« Δεν ξέρω» είπε ο Αλέξης, «δεν την έβαλα στον υπολογιστή. Φοβήθηκα.»
«Τι φοβήθηκες;»
«Μήπως και βρεθώ να σου κάνω παρέα.»
« Αποκλείεται» τον καθησύχασε ο Αντρέας. «Μια δισκέτα είναι ένα πολύ μικρό μέσο αποθήκευσης, Δεν μπορεί να περιέχει πολλά στοιχεία. Χώρια που για να ενεργοποιήσεις ένα τόσο ισχυρό πρόγραμμα χρειάζεσαι και άλλα μηχανήματα αντιδραστήρες και…»
«Καλά καλά» τον έκοψε ο Αλέξης, «μη κουράζεσαι. Αν και με εσάς τους επιστήμονες ποτέ κανείς δε ξέρει. Θα τη βάλω να δω τι έχει.»
Ο Αλέξης έβαλε τη δισκέτα στον οδηγό, κλείνοντας τα μάτια του και ανατριχιάζοντας. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και αφού δεν ένοιωθε να συμβαίνει τίποτε άνοιξε δειλά δειλά το ένα μάτι, μετά το άλλο και κοίταξε την οθόνη. Η δισκέτα φαινόταν να περιέχει μόνο ένα κείμενο. Ο Αλέξης το άνοιξε. Πράγματι στην οθόνη εμφανίστηκε ένα ποιηματάκι:

Φίλε, σε είχα υποτιμήσει
Λάθος σε είχα υπολογίσει
Βοήθεια βρήκες  από μακριά
Και μου την έκανες τη ζαβολιά,
Μα όπως είναι το σωστό,
Εγώ το λόγο τον τιμώ.
Δε χάνω ευκαιρία να σε σώσω,
Τώρα  τη λύση θα σου δώσω
Βάλε  βροντές και αστραπές μαζί
Να βρεις τη λύση τη σωστή.

Ο Αλέξης πληκτρολόγησε το ποιηματάκι στον Αντρέα.
« Άντε πάλι» είπε ο Αντρέας, «νέοι γρίφοι. Για να δούμε τι εννοεί ο φιλαράκος μου. Με είχε υποτιμήσει. Δεν περίμενε ότι θα έβρισκα τη λύση του πρώτου γρίφου ούτε ότι, πολύ περισσότερο,  θα κατόρθωνα να έρθω σε επαφή με κάποιον, από μακριά  -από τη γη-, που θα μπορούσε να  βρει τη δισκέττα με το δεύτερο μήνυμα. Αφού όμως τα κατάφερα, αυτός κρατάει το λόγο του, και  μου δίνει μια ευκαιρία να σωθώ. Προχωράει σε ένα δεύτερο γρίφο, που θα με βοηθήσει να επιστρέψω πίσω. Και φτάνουμε στο ζουμί τώρα. «Βάλε βροντές και αστραπές μαζί» Τι να εννοεί άραγε;»

 

« Αστραπόβροντα» είπε ο Αλέξης
«Καταιγίδα» είπε ο Αντρέας, «λάμψεις, κεραυνός, λαίλαπα, αλεξικέραυνο»
«Τυφώνας, βροχή, κατακλυσμός, μπουμπουνητά, ανεμοθύελλα, χαλάζι» συμπλήρωσε και  ο Αλέξης φέρνοντας στο μυαλό του οτιδήποτε του ερχόταν σχετικό με τις λέξεις «βροντές και αστραπές».
«Τίποτε» είπε ο Αντρέας, τα πληκτρολόγησα όλα, «τίποτε δεν ταιριάζει»
«Κι αν το εννοούσε μεταφορικά;» ρώτησε ο Αλέξης.
«Δηλαδή;»
«Να, αν με το βροντές και αστραπές εννοούσε τίποτε όπως: θυμός, νεύρα κάτι τέτοιο;»
«Δεν έχεις άδικο, απάντησε ο Αντρέας. Στάσου να δοκιμάσω…Θυμός, νεύρα, φωνές, ουρλιαχτά…» πληκτρολογούσε.
«Φασαρία, κρότοι, πανδαιμόνιο, πανζουρλισμός» συμπλήρωσε ο Αλέξης, που είχε πάρει φόρα και θυμόταν μία μία τις εκφράσεις, που χρησιμοποιούσε η μαμά του, όταν μαζεύονταν δυο τρεις φίλοι του στο σπίτι και «άστραφταν και βρόνταγαν»
«Μπα δεν παίρνει τίποτε,» ήρθε η απάντηση του Αντρέα, μερικά λεπτά αργότερα.
« Άντε, πάλι θα σπαζοκεφαλιάσουμε» είπε ο Αλέξης. «Τώρα όμως θα σε αφήσω. Είμαι τρομερά κουρασμένος. Θα τα πούμε αύριο».
«Ναι» είπε ο Αντρέας. «Σε ευχαριστώ και πάλι. Ποτέ δε θα ξεχάσω τα όσα έκανες για μένα, ακόμα και αν δε βρούμε την απάντηση και σε αυτόν το γρίφο.»
«Μα, θα τη βρούμε. Δε χωράει συζήτηση» είπε ο Αλέξης με πεποίθηση.

.

.

Πρωί πρωί την άλλη μέρα ο Αλέξης πήρε τηλέφωνο το Χρήστο.
«Εκεί είσαι ακόμα;» ρώτησε ο φίλος του μόλις τον άκουσε
«Γιατί; Πού θα έπρεπε να ήμουν;» ρώτησε ο Αλέξης.
« Έλεγα, ότι θα είχες ανοίξει τη δισκέτα και τώρα θα βρισκόσουν να κάνεις παρέα στον τρελλοεπιστήμονά σου, μέσα στη σκουληκότρυπα.»
«Άντε,  βρε ανόητε»  είπε ο Αλέξης. «Λοιπόν άκου»

.
Βάλε  βροντές και αστραπές μαζί
Να βρεις τη λύση τη σωστή.

«Άντε πάλι» έκανε απελπισμένος ο Χρήστος. «Που θες τώρα να πάμε; Μήπως να ανέβουμε σε κανένα αεροπλάνο και να πάμε να ψάξουμε να βρούμε που δημιουργούνται οι καταιγίδες;»
«Πάψε Χρήστο, κάτι άλλο εννοεί. Γι αυτό σε πήρα να σκεφτείς και εσύ τίποτε. Δοκιμάσαμε όλους τους όρους,  τους σχετικούς με φυσικά φαινόμενα, όπως καταιγίδα, τυφώνας, θύελλα και λοιπά  αλλά δεν καταφέραμε τίποτε.»
«Μείνετε ήσυχοι» απάντησε εύθυμα ο Χρήστος . «Εγώ θα σας δώσω τη λύση. Θα βάλω το σατανικό μυαλό μου να σκεφτεί.»
«Ωχ», έκανε ο Αλέξης. «Αυτό ακριβώς φοβάμαι.»

.

.

Πέρασαν κάμποσες μέρες. Τα δυο παιδιά και ο Αντρέας δεν είχαν κατορθώσει να βρουν τη λύση του νέου γρίφου.
Η μητέρα του Αλέξη, αποφάσισε να καλέσει το Σάββατο κάποιους φίλους στο σπίτι.
«Είναι μια ευκαιρία, είπε στον Αλέξη,  να δουν οι φίλοι μας το καινούργιο μας σπίτι.  τώρα που κατάφερα επιτέλους να το βάλω σε μια σειρά.   Ο καιρός είναι καλός. Θα κάτσουμε στο κήπο να πιούμε μια μπύρα και θα ετοιμάσω κάτι πρόχειρο να φάμε. Εσείς, τα παιδιά,  θα παίξετε στο κήπο και στο δωμάτιό σου.»
« Και, ποιους θα καλέσεις;» ρώτησε στωικά ο Αλέξης, που δεν φημιζόταν ιδιαίτερα για τη κοινωνικότητά του.
« Να, το φίλο σου το Χρήστο και τους γονείς του, τη Μαρία, από τη δουλειά μου με τον άντρα της και τη Καίτη, τη ξαδέρφη του μπαμπά  με τη οικογένειά της.»
« Ωχ, όχι» αντέδρασε ο Αλέξης. «Θα φέρει και εκείνο το νιάνιαρο τη Γωγώ;»
« Αλέξη» φώναξε θυμωμένα ο πατέρας του. «Η Γωγώ είναι ξαδέρφη σου και δεν είναι σωστό να εκφράζεσαι έτσι.»
« Εξάλλου» συμπλήρωσε και η μητέρα του, «τι θα πει «νιάνιαρο» ; Η Γωγώ είναι μόλις δυο χρόνια μικρότερή σου.»
«Έλα μωρέ μαμά. Μην τους καλείς αυτούς. Θα μας χαλάσει όλο το παιχνίδι. Θα θέλω να είμαι με το Χρήστο και αυτή όλο θα κολλάει από δίπλα μας.
«Αλέξη», είπε η μητέρα του. «Με το Χρήστο βρεθήκατε την περασμένη εβδομάδα και πάρα πολύ μάλιστα αν θυμάμαι καλά. Χώρια τις ώρες, που μιλάτε στο τηλέφωνο. Τι νομίζεις, ότι, επειδή λείπω, δεν καταλαβαίνω τι γίνεται στο σπίτι; Κάτσε να έρθει ο λογαριασμός του τηλεφώνου και θα τα πούμε. Τελείωσε, θα έρθει και η ξαδέλφη σου και θα παίξετε όλοι μαζί.»
«Ωραία», μουρμούρισε ο Αλέξης. «Θα είναι μια αξέχαστη βραδιά.»
Εκείνη τη στιγμή όμως δεν ήταν σε θέση να συνειδητοποιήσει πόσο προφητικά ήταν αυτά του τα λόγια.

 

 

14 .  Αστραπές και Βροντές

 

storm thunder lightning sky pictures, backgrounds and images

Το Σαββατόβραδο έφτασε γρήγορα.

Οι καλεσμένοι ήρθαν. Οι μεγάλοι κάθισαν στο κήπο και συζητούσαν. Οι γυναίκες σχολίαζαν το σπίτι και οι άντρες έπιασαν τα αγαπημένα τους θέματα, ποδόσφαιρο, πολιτικά κ.λπ. Ο Αλέξης ξεμονάχιασε το Χρήστο και χώθηκαν στο δωμάτιό του κλειδώνοντας πίσω τους τη πόρτα.

« Τι κάνεις;» ρώτησε ο Χρήστος. «Γιατί κλειδώνεις;»
« Για να μη μας κολλήσει η άλλη. Δεν την είδες κάτω;» ρώτησε ο Αλέξης.
« Ποια, τη ξαδέρφη σου;»
« Ποια άλλη;»
« Μπα» είπε ο Χρήστος «είναι κουτσομπόλα αυτή. Την είδα με τη μαμά σου και τις άλλες κυρίες που γύριζαν το σπίτι και το χάζευαν»
« Άστη τώρα τη Γωγώ» τον έκοψε με ανυπομονησία ο Αλέξης. «Με αυτή θα ασχολούμαστε;  Πες μου σκέφτηκες τίποτε;»
« Ναι, έχω κάνει ένα κατάλογο με πιθανές λέξεις.»
« Για να δω» είπε ο Αλέξης, αρπάζοντας το χαρτί, που έβγαλε ο φίλος του από τη τσέπη του. … «φωτιά,  ηφαίστειο, Δίας…  Δίας; Τι δουλειά έχει ο Δίας;»

« Να, γι’ αυτό έχω καλύτερο βαθμό στην ιστορία. Βρε παιδί μου ο Δίας δεν ήταν ο Θεός των κεραυνών; Δεν είχε σύμβολό του τους κεραυνούς, δεν έλεγαν ότι άστραφτε και βρόνταγε; Έχω βάλει και μερικές λέξεις της αρχαίας σχετικές: « ύει, …..»
« Δεν ξέρω» είπε ο Αλέξης, «κάτι μου λεει πως τίποτε από όλα αυτά δεν είναι.»
« Έλα, τώρα, πάμε να ανοίξουμε τον  υπολογιστή να του πεις να δοκιμάσει.»
« Τώρα; Να πάμε στο γραφείο τώρα; Κι αν έρθει κανείς;»
« Θα φυλάω τσίλιες. Μη φοβάσαι. Άντε»

Και τα δυο παιδιά, μπήκαν στο γραφείο, κλειδώνοντας και πάλι τη πόρτα πίσω τους. Ο Αλέξης άνοιξε τον υπολογιστή. Αγχωμένος, μήπως μπει κανείς και τον ανακαλύψουν, πληκτρολόγησε:
«Αντρέα, δοκίμασε τις λέξεις………..»
Οι δυο φίλοι, περίμεναν μερικά λεπτά με αγωνία και στο τέλος πήραν την απάντηση. «Τίποτε, δε ταιριάζει τίποτε».
«Ε! Αει στην ευχή πιά » φώναξε ο Χρήστος νευριασμένα.

«Αλέξη», ακούστηκε θυμωμένη  την ίδια στιγμή η φωνή της μαμάς του. «Που είστε;»
Ο Αλέξης βιάστηκε να πατήσει το κουμπί να κλείσει ο υπολογιστής
« Εδώ, μαμά στο γραφείο, έδειχνα στο Χρήστο τον υπολογιστή μου, απάντησε όσο πιο αθώα μπορούσε
«Μπράβο!» είπε η μητέρα του που εμφανίστηκε στην είσοδο της πόρτας με ένα ξανθοκάστανο κοριτσάκι. «Ωραίοι ιππότες είστε και οι δυο σας. Αφήσατε τη Γωγώ μόνη της. Εμπρός παίξτε όλοι μαζί» είπε  και έσπρωξε το κοριτσάκι στο δωμάτιο.
Ο Αλέξης κατέβασε μούτρα ενώ ο φίλος του τον κοίταγε κοροϊδευτικά χασκογελώντας.
«Τι κάνεις Γωγώ;» ρώτησε ο Χρήστος που είχε γνωρίσει ήδη τη ξαδέλφη του φίλου του.
«Καλά» είπε η Γωγώ  «Μπα τι βλέπω Αλέξη; Κονόμησες και κομπιούτερ; Σε καλό σου βγήκε η μετακόμιση.  Εγώ ψήνω ένα χρόνο τώρα το πατέρα μου να μου αγοράσει ένα αλλά πού… Λεει ότι είμαι μικρή ακόμα»
«Δεν έχει και άδικο» είπε ο Αλέξης. «Τι να το κάνεις εσύ το κομπιούτερ;»
«Τι να το κάνω; Εγώ; Εγώ τι να το κάνω; Εγώ έχω να το κάνω. Όχι, όπως εσείς τα αγόρια που τρώτε το χρόνο σας με ηλίθια ηλεκτρονικά παιχνίδια. Εγώ θα γίνω συγγραφέας. Γράφω ήδη το πρώτο μου μυθιστόρημα. Και όπως καταλαβαίνεις ένα κομπιούτερ θα μου ήταν εξαιρετικά χρήσιμο»
«Ναι;» έκανε ο Χρήστος, «Κύττα, μη ξεχάσεις φεύγοντας να μας δώσεις αυτόγραφο»
«Κορόιδευε εσύ» απάντησε η Γωγώ, νευριασμένα, «θα δείτε όμως σε λίγα χρόνια.»
Ο Αλέξης μπήκε κι αυτός στη κουβέντα : «Ναι, Γωγώ, μη μας ξεχάσεις και εμάς, Και για να χουμε καλό ρώτημα, τι περιέχει το μυθιστόρημά σου; Ιστορίες αγάπης, πρίγκηπες και λουλουδάκια;»
«Είσαι ανόητος» του φώναξε θυμωμένη η Γωγώ . «Δεν πρόκειται να κάτσω να ασχοληθώ μαζί σου.»
«Έλα, βρε Γωγώ»  είπε ο Χρήστος, «μη θυμώνεις, απλώς σε πειράζουμε. Κάτσε να μας βοηθήσεις να λύσουμε ένα αίνιγμα»
«Τι;» φώναξε έξαλλος ο Αλέξης. «Θα της πεις;»
«Θα της πω το γρίφο» είπε ο Χρήστος. «Δεν ξέρεις καμία φορά. Γιατί να μην έχουμε όση δυνατή βοήθεια μπορούμε; Αφού έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο.»
«Τι γρίφος είναι αυτός;» ρώτησε με κεντρισμένη τη περιέργειά της η Γωγώ;
«Τίποτε σπουδαίο. Τον συναντήσαμε σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι» είπε ο Χρήστος «και έχουμε κολλήσει. Δεν μπορούμε να πάμε παραπέρα.»
«Για πες να δω»
«Να : Βάλε  βροντές και αστραπές μαζί
Να βρεις τη λύση τη σωστή
«Μόνο αυτό είναι;» ρώτησε απογοητευμένη η Γωγώ, που περίμενε κάτι πιο σύνθετο.
«Σου φαίνεται απλό;» είπε ο Αλέξης «Για λύστο να δούμε.»
«Τι ακριβώς πρέπει να βρω;» ρώτησε η Γωγώ. «Μια λέξη;»
«Αμ, αν ξέραμε» απάντησε ο Χρήστος «δεν θα σου ζητάγαμε βοήθεια.»
«Ηλεκτρονικό παιχνίδι ε;» ξαναρώτησε η Γωγώ. «Ποιο είναι; Δεν έχω ακούσει κάτι ανάλογο.»
«Μην ξεφεύγεις από το θέμα,» της είπε ο Αλέξης ανυπόμονα. «Άσε το ηλεκτρονικό παιχνίδι και ασχολήσου με το γρίφο. Μπορείς, ναι ή όχι;»
«Δεν ξέρω» απάντησε  η Γωγώ «δεν έχω παίξει  και πολλά ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα βαριέμαι , και έτσι δεν είμαι μέσα στη λογική τους.»
«Άσε τη λογική και τη παράνοια βρε κορίτσι μου» φώναξε ο Χρήστος χάνοντας την υπομονή του «και πες μας αυτές οι λέξεις βροντές και αστραπές τι σου φέρνουν στο μυαλό; Θύελλες, καταιγίδες;»
Μα η Γωγώ κούνησε αρνητικά το κεφάλι της .«Α! Όχι. Δεν πρόκειται να σας πω τι μου φέρνουν στο μυαλό, γιατί είμαι σίγουρη ότι θα με κοροϊδέψετε».
Τα δυο αγόρια κοιτάχτηκαν έκπληκτα.
«Να σε κοροϊδέψουμε, γιατί; Τόσο περίεργο πράγμα σου φέρνει στο μυαλό; Έλα, Γωγώ, έχεις το λόγο μας. Δεν πρόκειται να σε κοροϊδέψουμε ό, τι κι αν ακούσουμε.
Η Γωγώ πήρε τη μεγάλη απόφαση «Καλά,» είπε «με πείσατε. Ας το πάρει το ποτάμι. Λοιπόν, σας είπα ότι εγώ θέλω να γίνω συγγραφέας. Εμείς λοιπόν οι συγγραφείς, όπως είναι γνωστό, έχουμε μια πολύ πλούσια φαντασία. Οι λέξεις αυτές, που μου λέτε, μου φέρνουν στο μυαλό – και  μη τολμήσετε να γελάσετε-  το Δον Κιχώτη

 

Τα δυο αγόρια κοίταξαν το κορίτσι όπως θα κοίταζαν ένα τρελό.
«Τον Δον Κιχώτη;»
«Ναι, ναι. Θα σας εξηγήσω. Θυμάστε στο σχολείο, που μας μαθαίνουν ότι, σε μια καταιγίδα, βλέπουμε πρώτα την αστραπή και μετά ακούμε τη βροντή, επειδή το φως τρέχει πιο γρήγορα από τον ήχο; Ε, αυτό εμένα, με κάνει να φαντάζομαι τον Δον Κιχώτη, -το φως δηλαδή- να καλπάζει καμαρωτός- καμαρωτός, πάνω στο άλογό του και από πίσω καταϊδρωμένος να τρέχει να τον φτάσει ο υπηρέτης του ο Σάντσο Πάντσα -ο ήχος δηλαδή- χοντρούλης και καταϊδρωμένος. Ορίστε και μην πείτε κουβέντα, δώσατε το λόγο σας ότι δεν θα με κοροϊδέψετε.»
«Απίστευτο» μουρμούρισε ο Αλέξης. «Εσείς τα κορίτσια έχετε μια φαντασία, που σε βγάζει από τα ρούχα σου.»
«Για στάσου ρε Αλέξη» είπε ο Χρήστος. «Κι αν έχει δίκιο;»
Ο Αλέξης δεν πίστευε στα αυτιά του «Τι;» είπε. «Δίκιο; Να δώσουμε δηλαδή «Δον Κιχώτης» ή «Σάντσο Πάντσα»; Σύνελθε τώρα και εσύ.»
«Μα όχι» επέμεινε ο Χρήστος.  «Δεν καταλαβαίνεις; Μπορεί ο γρίφος, που ψάχνουμε να μην είναι μια λέξη αλλά ένας αριθμός ή ένας  συνδυασμός των αριθμών, που δίνουν τη ταχύτητα του ήχου και τη ταχύτητα του φωτός.»
«Έτσι, κολλάει» φώναξε ενθουσιασμένος ο Αλέξης. «Λες να είναι αυτό; Αχ Δε κρατιέμαι να το γράψω στο…. στο παιχνίδι» συμπλήρωσε βιαστικά ρίχνοντας μια λοξή ματιά στη Γωγώ.
« Πόσο θα ήθελα να ήμουν και εγώ μπροστά» μουρμούρισε ο Χρήστος, με έναν αναστεναγμό, που έβγαινε βαθιά από τα φυλλοκάρδια του.
« Γιατί αν μην είσαι;» φώναξε ξαφνικά ο Αλέξης. «Πάμε να παρακαλέσουμε τους γονείς μας να κοιμηθείς εδώ το βράδυ.»
« Έχεις δίκιο» είπε ο Χρήστος. «Τώρα θάχουν πιεί κάνα δυο ποτηράκια και θα είναι στα κέφια τους. Θα συζητάνε κιόλας και για να μας ξεφορτωθούν μια ώρα αρχύτερα θα μας κάνουν το χατίρι.»
« Μα είστε τρελλοί;» φώναξε η Γωγώ, «θα ξενυχτήσετε πάνω στο ηλεκτρονικό; Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά. Εγώ θα το πω στη θεία.»
« Δεν θα πεις κουβέντα» τη πλησίασε απειλητικά ο Αλέξης «γιατί αλλιώς….»
« Αλλιώς τι;»  ρώτησε κοροϊδευτικά η Γωγώ
« Έλα, μωρέ Γωγώ» τη παρακάλεσε ο Χρήστος, πού είχε τον τρόπο του να ψήνει τον κόσμο.  «Τώρα που ο Αλέξης μετακόμισε δεν βλεπόμαστε σχεδόν καθόλου. Πώς θα σου φαινόταν να σε χωρίζανε από τη κολλητή σου; Εξάλλου, εμένα τα μάτια μου κλείνουν κιόλας. Σιγά να μην ανοίξουμε τώρα ηλεκτρονικό. Αύριο το πρωί θα παίξουμε»
« Καλά» είπε η Γωγώ, «Σύμφωνοι. Για χάρη σου δε θα πω στη θεία για το παιχνίδι. Δε θα πω τίποτε σε κανέναν».
Τα δυο αγόρια κουτρουβάλιασαν στο κήπο και οι γονείς τους δέχτηκαν ταυτόχρονα την επίθεσή τους.
« Μαμά, να κοιμηθεί εδώ ο Χρήστος το βράδυ; Έλα μωρέ μαμά κάνε μου το χατίρι σε παρακαλώ. Εγώ, που έπαιξα και με τη Γωγώ;. Και  θα παίξουμε και άλλο μαζί της, θα παίζουμε μέχρι να φύγει. Σε παρακαλώ, μαμά» λύσσαγε ο Αλέξης.
« Μπαμπά, θα με αφήσεις να μείνω εδώ το βράδυ; Έλα καλέ μπαμπά, και έρχεστε αύριο το  μεσημέρι, ή το απόγευμα καλύτερα και με παίρνετε. Έλα, μπαμπά, να ευχαριστηθώ λίγο το φιλαράκι μου» ικέτευε και ο Χρήστος.
Οι γονείς των δυο παιδιών έβαλαν τα γέλια.
« Αχόρταγοι είστε» είπε η μαμά του Χρήστου. «Τόσες ώρες είστε μαζί.»
« Πάντως άμα δεν έχεις πρόβλημα άστον να μείνει εδώ απόψε» είπε η μαμά του Αλέξη. «Χώρο έχουμε. Και έρχεστε αύριο να πιούμε και καφέ μαζί.»
« Τι πρόβλημα να έχω;» είπε η μαμά του Χρήστου; «Ας μείνει αφού το θέλει τόσο πολύ.»
Αφού κανονίστηκαν τα πάντα, ευτυχισμένα τα δυο αγόρια πήγαν  στο δωμάτιο του Αλέξη, με τη Γωγώ πάντα να τους ακολουθεί και έπαιξαν μαζί της, μέχρι που έφυγε.
Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε μέσα στο κέφι για όλους τους καλεσμένους της οικογένειας του Αλέξη και μέσα στην αδημονία για τον ίδιο και το Χρήστο που δεν έβλεπαν την ώρα να φύγουν όλοι  για να μπορέσουν να μιλήσουν με τον Αντρέα.

 

15 .  Γρίφος Νο 3 –

Η ωραία, το φρούτο και ο όλεθρος

 

Όταν όλοι οι καλεσμένοι έφυγαν η μαμά του Αλέξη έφερε σεντόνια και έστρωσε στο Χρήστο να κοιμηθεί στο καναπέ, στο δωμάτιο του Αλέξη.
«Αγόρια» είπε,  κλείνοντας τη πόρτα. «Είναι πολύ αργά. Μη πιάσετε τη κουβέντα. Κοιμηθείτε χωρίς πολλά πολλά.»
«Ναι, μαμά» είπε ο Αλέξης «Mείνε ήσυχη»
« Εξάλλου τα μάτια μας κλείνουν» είπε και ο Χρήστος με το πιο αθώο ύφος του κόσμου. «Καληνύχτα σας και σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία.»

Μετά από ένα τέταρτο περίπου και αφού στο σπίτι δεν ακουγόταν πια κανένας θόρυβος, ο Αλέξης ανασηκώθηκε.
« Χρήστο» ρώτησε ψιθυριστά «κοιμάσαι;»
« Τρελός είσαι;»  του απάντησε ο Χρήστος. «Περιμένω πώς και πώς.»
« Άντε σήκω»
Τα δυο αγόρια,  στις μύτες των ποδιών τους κατευθύνθηκαν στο γραφείο. Ο Αλέξης άνοιξε τον υπολογιστή  και έγραψε στον Αντρέα:
«Αντρέα, είμαι εδώ με ένα φίλο μου. Του έχω μιλήσει για σένα. Σκεφτήκαμε ότι ίσως αυτό, που ψάχνουμε να μην είναι μια λέξη, αλλά ένας αριθμός. Ένας αριθμός που εκφράζει τη ταχύτητα του φωτός ή του ήχου ή κάποιος συνδυασμός τους. Γιατί δε δοκιμάζεις;»
«Τρομερή ιδέα» απάντησε ο Αντρέας. «Η ταχύτητα του ήχου είναι περίπου 340 μέτρα το δευτερόλεπτο και του φωτός 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο.»
«Τι σου είναι αυτοί οι επιστήμονες! Όλα τα  ξέρουν» μουρμούρισε με θαυμασμό ο Χρήστος, που διάβαζε τι έγραφε ο Αντρέας.
«Σώπα, θα μας ακούσουν» τον έκοψε ο Αλέξης.
Ο Αντρέας, συνέχιζε:
«Λοιπόν, δίνω πρώτα το 340. Τίποτε. Κάτσε να δώσω τη ταχύτητα του φωτός : 300.000 τίποτε… Το άθροισμά τους ίσως; 300340. Μπα, τζίφος… Θα δοκιμάσω τη διαφορά τους και το γινόμενό τους…»
«Λάθος»  είπε ο Χρήστος.  «Αφού λέει να βάλουμε αστραπές και βροντές μαζί, άθροισμα θέλει είμαι σίγουρος.»
« Μα αφού δε το δέχεται, σου λέει» είπε και ο Αλέξης
« Μπά, τίποτε!» ήρθε η απάντηση του Αντρέα. .
«Περίμενε» είπε ο Αλέξης. «Είπες ότι ο  ήχος  τρέχει με 340 ΜΕΤΡΑ το δευτερόλεπτο ενώ το φώς με 300.000…
«ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ» συμπλήρωσε ο Αντρέας. Μικρέ, είσαι μεγάλος. Δεν μπορούμε να προσθέσουμε ανόμοια μεγέθη. Θα μετατρέψω τη ταχύτητα του φωτός σε μέτρα και αν δε το πάρει  θα κάνω το ίδιο με τον ήχο. Λοιπόν, έχουμε και λέμε 340 μέτρα μας δίνουν 0,34 χιλιόμετρα. Tο άθροισμα λοιπόν είναι 300.000,34.  Μπα. Δε το δέχτηκε.  Για να δούμε το ανάποδο. 300.000 χιλιόμετρα μας κάνει 300.000.000 μέτρα και άλλα 340 … Ναι, Αλέξη, άλλαξε η οθόνη, κάτι γίνεται…..»
«Τι; τι;» ρώτησαν ο Αλέξης και ο Χρήστος, ταυτόχρονα με κομμένη την ανάσα.
«Θεέ μου» μουρμούρισε ο Αντρέας. «Άλλος γρίφος. Η οθόνη όλη άσπρισε και μου γράφει :»

Τη λύση βρήκες, μα μη βιαστείς να χαρείς.
Ο χρόνος σου λιγόστεψε επικίνδυνα πολύ
Λίγα λεπτά, απόμειναν το γρίφο αυτό να λύσεις.
Ένα όνομα…. μα…  προσοχή στις απαντήσεις.
Λάθος αν κάνεις, τα πάντα θα χαθούν
μέσα στο σύμπαν θα διαλυθούν.
……………………..
Τη μνήμη πίσω γύρνα και θυμήσου
«Φρούτο του ολέθρου,
τη μοίρα της πιο όμορφης σφραγίζει,
Η λύση, μέσα από ένα άλογο, θε να ‘ρθει».


«Τι να εννοεί άραγε;» αναρωτήθηκε ο Χρήστος

“Ο χρόνος σου λιγόστεψε επικίνδυνα πολύ,

Λίγα λεπτά, απόμειναν, το γρίφο αυτό να λύσεις;”

Δεν καταλαβαίνω»
«Μόλις έδωσα την απάντηση» είπε ο Αντρέας «ενεργοποιήθηκε ένας μετρητής. Μετράει ανάποδα τα δευτερόλεπτα. Προφανώς όταν φτάσει στο μηδέν τα πάντα θα καταστραφούν.»
«Πόσο χρόνο δηλαδή έχουμε;» ρώτησε ο Αλέξης
«Απ΄όσο μπορώ να υπολογίσω γύρω στα 10 περίπου λεπτά.»
«Πρέπει να βιαστούμε. Έχεις καμία ιδέα;» ρώτησε ο Αλέξης τον Ανδρέα, ενώ έβαζε το μυαλό του να δουλέψει.
Ο Χρήστος παρακολουθούσε εμφανώς προβληματισμένος ψάχνοντας και αυτός να βρει τη λύση στο παράξενο γρίφο. Τη λύση, που θα έσωζε οριστικά τον Αντρέα, ή που θα τον κατέστρεφε για πάντα.
«Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί» ήρθε η απάντηση του Αντρέα. «Βλέπεις τι λέει; Προσοχή στις απαντήσεις. Αν κάνω λάθος,  τα πάντα θα χαθούν. Έχει ενεργοποιήσει φαίνεται κάποιο μηχανισμό για να με εξαφανίσει για πάντα. Ας το σκεφτούμε λοιπόν ψύχραιμα και καλά. «Τη μνήμη γύρνα πίσω και θυμήσου» Τι να εννοεί άραγε;»
«Ίσως κάτι, που έγινε πολύ παλιά» είπε ο Αλέξης
«Ή κάτι που το έμαθε ή το άκουσε πριν από πάρα πολλά χρόνια,» συμπλήρωσε ο Χρήστος.
«Πάμε παρακάτω.» έγραψε ο Αντρέας. Φρούτο του ολέθρου. Κάποιο φρούτο που προξένησε κάποια καταστροφή».
«Κάτι σαν δηλητηριώδες δηλαδή;» αναρωτήθηκε ο Αλέξης.
«Υποθέτω. Έλα να θυμηθούμε που αναφέρονται στην ιστορία δηλητηριασμένα φρούτα.»
«Δηλητηριασμένα φρούτα; Δεν μου έρχεται τίποτε» είπε ο Χρήστος, που πάντα κοκορευόταν για τις γνώσεις του στην Ιστορία. «Θυμάμαι για δηλητήρια, που χρησιμοποιούσαν το Μεσαίωνα, για φίλτρα, αλλά για φρούτα…δε νομίζω να έχω ακούσει τίποτε. Εκτός….στάσου ένα λεπτό…αυτό είναι ! Το μήλο στο παράδεισο»
«Ποιο μήλο;» ρώτησε απορημένος ο Αλέξης.

«Το μήλο, που έδωσε το φίδι στην Εύα και το έφαγε και το έδωσε και στον Αδάμ και έτσι οι άνθρωποι έχασαν το παράδεισο» έκανε θριαμβευτικά ο Χρήστος. «Ελα, βρε Αλέξη» συμπλήρωσε «θυμήσου λίγο τα θρησκευτικά σου»
«Ναι, θυμήθηκα» απάντησε σκεφτικός ο Αλέξης. «Μα, δεν ήταν δηλητηριασμένο αυτό το μήλο»
«Όχι, βέβαια» είπε ο Χρήστος, μα προξένησε καταστροφή»
«Τι καταστροφή;»
«Ωχ, θα με σκάσεις εσύ. Υπάρχει μεγαλύτερος όλεθρος για το ανθρώπινο γένος από το να χαθεί ο παράδεισος;»
«Σα να ‘χεις δίκηο, μα…δεν ξέρω, κάτι δε μου κολλάει» εξακολούθησε να έχει τις αντιρρήσεις του ο Αλέξης «Ήταν η Εύα η πιο όμορφη;».
«Βρε ανόητε, αφού δεν υπήρχε άλλη γυναίκα επάνω στη γη, εσύ τι λες; δε θα ήταν η πιο όμορφη;» εξήγησε επιτιμητικά  Χρήστος.
«Και το άλογο;» επέμεινε ο Αλέξης «Είχαν άλογο εκεί;»
«Κοτζάμ παράδεισος, εσύ τι λες; Δε θα είχαν κανένα άλογο να καλπάζει εκεί γύρω;»
«Και τι λύση τους έδωσε αυτό το άλογο;»
«Αμάν, βρε Αλέξη. Καταντάς εκνευριστικός. Αυτό είναι σου λέω. Ο χρόνος περνάει. Πες του να το δώσει» απάντησε νευριασμένα ο Χρήστος.
Ο Αλέξης, υπάκουα πληκτρολόγησε:
«Αντρέα, τι θα έλεγες για την ΕΥΑ;»
«Το σκέφτηκα και εγώ»  ήρθε η απάντηση «Το έδωσα ήδη μα δε το πήρε. Σκεφτείτε τίποτε άλλο»
«Τα βλέπεις, ξεροκέφαλε; Εύα και πράσινα άλογα» είπε ο Αλέξης στο Χρήστο.
«Α! το σωστό σωστό. Το χρώμα του αλόγου δε διευκρινίζεται στο γρίφο» απάντησε κοροϊδευτικά ο Χρήστος. Ξαφνικά όμως σοβάρεψε «Έλα τώρα. Η ώρα περνάει επικίνδυνα γρήγορα. Σκέψου κανένα άλλο καταστροφικό φρούτο. Εμένα δε μου έρχεται τίποτε»
«Ούτε και εμένα» απάντησε ο Αλέξης και  έγραψε στο πληκτρολόγιο :
«Δεν μας έρχεται στο μυαλό κανένα φρούτο, που να προξένησε καταστροφή. Δεν έχουμε ακούσει ποτέ τίποτε σχετικό»
«Μα ναι, φιλαράκο μου. Και όμως όλοι έχουμε ακούσει.»
«Τι;»
«Στα παραμύθια. Εκεί χρησιμοποιούνται δηλητηριασμένα φρούτα. Θυμήσου το μήλο της Χιονάτης
«Σωστά. Κολλά έτσι και το «τη μνήμη πίσω γύρνα και θυμήσου»
«Ναι, αναφέρεται στη παιδική μου ηλικία. Τότε που άκουγα παραμύθια.»
«Όλα δένουν τώρα» φώναξε ενθουσιασμένος ο Χρήστος. Φρούτο του ολέθρου. Η Χιονάτη πέθανε μόλις κατάπιε το δηλητηριασμένο μήλο».

«Και ήταν και η πιο όμορφη» συμπλήρωνε ο Αντρέας. «Θυμάστε που η κακιά μάγισσα ρωτούσε τον καθρέφτη ποια ήταν η ομορφότερη απ΄ όλες;»
«Και τη λύση έδωσε ο πρίγκηπας,» επέμενε ο Χρήστος «που ήρθε καβάλα στο άλογο του.»
«Ναι,» είπε ο Αλέξης «αλλά αυτό με μπερδεύει λίγο. Πάνω στο άλογό του ήρθε ο πρίγκηπας όχι μέσα σε αυτό. Τι νάχε στο μυαλό του ο τύπος; Γιατί  το έγραψε έτσι;»
«Μάλλον για να μας μπερδέψει» απάντησε ο Αντρέας. «Σκέφτεσαι κάτι άλλο;»
«Όχι» είπε ο Αλέξης.
«Δεν έχουμε χρόνο» είπε ο Αντρέας. «Τα νουμεράκια γυρίζουν. Παιδιά σκεφτήκατε κάτι άλλο εκτός από τη Χιονάτη;»
«Όχι», απάντησε ο Αλέξης. «Εμένα με μπερδεύει λίγο το άλογο αλλά…»
«Θα δώσω το όνομα ΧΙΟΝΑΤΗ.» είπε ο Ανδρέας.  «Όχι, πριν το δώσω, μικρέ μου φίλε, θέλω να σε ευχαριστήσω. Ο χρόνος μου τελειώνει.  Αν δεν είναι αυτή η απάντηση στο γρίφο θα χαθώ για πάντα. Δεν ξέρω, αν θα συνεχίσω να ζω χαμένος σε κάποιο σημείο του σύμπαντος ή αν απλώς θα καταστραφώ, θα εξαφανιστώ, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω…»
«Σταμάτα,» είπε ο Αλέξης, που ένιωθε το στομάχι του να σφίγγεται. «Δεν θέλω να τα ακούω αυτά.»
«Όχι, πρέπει»  είπε ο Αντρέας, «Θέλω να ξέρεις πώς μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου σε ευχαριστώ για τη βοήθεια που μου προσέφερες, για τη παρέα που κάναμε, ακόμα κι  αν δεν είδαμε ποτέ ο ένας τον άλλον. Να ξέρεις ότι, αν συνεχίσω να ζω, δε θα σε ξεχάσω ποτέ.»
«Ούτε εγώ» μουρμούρισε ο Αλέξης με ένα ξαφνικό κόμπο στη καρδιά.
«Ούτε εγώ, μα τη πίστη μου, θα ξεχάσω τίποτε από όλα αυτά» μουρμούρισε και ο Χρήστος.
«Λοιπόν, είμαι έτοιμος γράφω: ΧΙΟΝΑΤΗ»
Τα δυο παιδιά είχαν καρφωθεί μπροστά στην οθόνη με γουρλωμένα μάτια από την αγωνία. Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν τίποτε και όμως νόμιζαν ότι οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά σαν ταμπούρλα.
«Τι έγινε; τι έγινε, θεέ μου;» μουρμούρισε ο Αλέξης. «Έλα λοιπόν πες μας.»
«Λάθος, Αλέξη, Λάθος. Δεν ήταν αυτή η απάντηση. Τα νουμεράκια γυρίζουν σα τρελλά. Λίγα δευτερόλεπτα  μου έμειναν…»
Σαν τρελλός ο Αλέξης πληκτρολόγησε «ΕΛΕΝΗ. Δώσε ΕΛΕΝΗ
Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα.
«Αντρέα, είσαι ακόμα εκεί;» πληκτρολόγησε πάλι μανιασμένα.
Κανείς δεν του απάντησε. Προσπάθησε κάμποσες ακόμα φορές να επικοινωνήσει με το φίλο του. Τζάμπα κόπος. Από την άλλη πλευρά, όλα ήταν νεκρά. Κανείς δεν του απαντούσε. Ο Αλέξης απελπισμένος γύρισε να κοιτάξει το φίλο του. Ο Χρήστος είχε χλωμιάσει από την αγωνία.
«Αλέξη, λες να…»
«Είδες, ήταν λάθος η απάντηση.»
«Ναι, ήταν λάθος. Τι να έγινε άραγε; Ξαναπροσπάθησε, μήπως δεν χάθηκαν όλα, μήπως τον πετύχουμε»  είπε ξέπνοα ο Χρήστος, με μια ύστατη ελπίδα.
Σε μια τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια, ο Αλέξης έγραψε ξανά στον υπολογιστή.
«Αντρέα, πού είσαι; Μίλα μου σε παρακαλώ.  Αντρέα, είσαι εκεί;»
Περίμεναν μερικά δευτερόλεπτα, μερικά λεπτά… μα τίποτε.
«Τελείωσε» έκανε απελπισμένος ο Αλέξης. «Χάθηκε για πάντα Δεν μπορέσαμε να τον σώσουμε.» Τα μάτια του βούρκωσαν.
«Ναι» είπε και ο Χρήστος. «Είναι τρομερό! Όμως, έλα, τώρα, πάμε στο δωμάτιό σου, μη ξυπνήσουν οι γονείς σου και μας βρουν εδώ και δεν θάχουμε τι να τους πούμε.»
Ο Χρήστος τράβηξε από το χέρι το φίλο του, που τον ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Μπήκαν στο δωμάτιο και έκλεισαν πίσω τους τη πόρτα.
« Πρώτη φορά» είπε ο Αλέξης, «χάνω ένα φίλο.»
«Ε! καλά τώρα» είπε ο Χρήστος, προσπαθώντας να τον παρηγορήσει. «Δεν ήταν και κανένας κολλητός σου. Δηλαδή, τι θα έκανες αν έχανες εμένα;»
«Χρήστο, άσε τις αηδίες. Δεν καταλαβαίνεις. Αυτόν τον άνθρωπο δεν τον είχα καν γνωρίσει και όμως η αίσθηση ότι μπορούσα να τον βοηθήσω να σωθεί με έκανε να τον νοιώθω πολύ κοντά μου.»
«Έχεις δίκιο» είπε ο Χρήστος «σε καταλαβαίνω. Αλλά μη στεναχωριέσαι τώρα τόσο. Στο κάτω κάτω της γραφής έκανες ό, τι μπορούσες. Α! Δε μου λες επ’  ευκαιρία. Τι ήταν εκείνο το τελευταίο που του έγραψες;»
«Ποιο;»
« Όταν σου έγραψε πως η ΧΙΟΝΑΤΗ ήταν λάθος όρμησες σαν τρελλός στον υπολογιστή και του πληκτρολόγησες ΕΛΕΝΗ. Τι εννοούσες;»
«Την ωραία Ελένη ανόητε, που μας παριστάνεις ότι ξέρεις και ιστορία.»
Ο Χρήστος τον κοίταξε με απορία.
«Που κολλάει τώρα αυτό;» ρώτησε
«Ωχ, βρε Χρήστο αυτή ήταν η απάντηση στο γρίφο. Είμαι σίγουρος.»
«Δεν καταλαβαίνω. Εκτός από το ωραία, που ήταν η Ελένη, τι άλλο κολλάει στην ιστορία;»
«Το φρούτο του ολέθρου. Το μήλο.»
«Έφαγε η Ελένη δηλητηριασμένο μήλο;»
«Έλα, βρε Χρήστο. Χάζεψες εντελώς; Πως ξεκίνησε η ιστορία του Τρωικού πολέμου; Στο γάμο της Θέτιδας με το Πηλέα, η Έρις, η θεά της διχόνοιας, θυμωμένη που δεν την είχαν καλέσει στο γλέντι, έριξε ανάμεσα στους καλεσμένους ένα  μήλο, που πάνω του είχε γράψει : «Να δοθεί στη πιο ωραία». Αμέσως άρχισαν να μαλώνουν οι θεές, η Αθηνά, η ΄Ηρα και η Αφροδίτη, για το ποια ήταν η πιο όμορφη. Ο Δίας, τις έστειλε στο Πάρη να κρίνει εκείνος ποια ήταν η πιο ωραία. Και αυτός…»
«Το έδωσε στην Αφροδίτη όταν αυτή του έταξε ότι θα του έδινε για γυναίκα του τη πιο όμορφη του κόσμου.» βιάστηκε να συμπληρώσει ο Χρήστος.
«Μπράβο!  Και ο Πάρις έκλεψε την Ελένη, τη γυναίκα του Μενέλαου και έτσι ξεκίνησε ο Τρωικός πόλεμος και τα υπόλοιπα τα ξέρεις ελπίζω γιατί δεν έχω όρεξη για σεμινάρια ιστορίας νυχτιάτικα.»
«Ναι» είπε ο Χρήστος, που σιγά σιγά άρχιζε να ξεκαθαρίζει το νόημα του γρίφου στο μυαλό του «Το άλογο ήταν λοιπόν…»

«Ο Δούρειος ίππος. Η λύση για τους Έλληνες. Γι αυτό έλεγε ο γρίφος ότι η λύση θα ρθει μέσα από το άλογο. Μέσα στο Δούρειο ίππο είχαν κρυφτεί οι Έλληνες πολεμιστές και βγήκαν κρυφά το βράδυ και κατέλαβαν τη Τροία.»
«Σωστά» είπε ο Χρήστος. «Ρε συ έχεις μυαλό τελικά και σε είχα παρεξηγήσει.»
«Έλα, κόψε τη πλάκα» είπε ο Αλέξης σοβαρεύοντας ξαφνικά. «Αργά, πολύ αργά για το καημένο το φίλο μου χρησιμοποίησα το μυαλό μου.»
«Πού ξέρεις ;» είπε ο Χρήστος, «μπορεί να πρόλαβε.»
«Τότε, που είναι; Γιατί δεν μου απαντά; Μπα! χάθηκε για πάντα.»
«Έλα τώρα» είπε ο Χρήστος, «πάρτο απόφαση Οι τηλεπικοινωνίες με τη σκουληκότρυπα παρουσιάζουν τεχνικό πρόβλημα. Ας πέσουμε να κοιμηθούμε τώρα λίγο γιατί εμένα τα μάτια μου κλείνουν.»
«Απορώ με την αναισθησία σου» είπε ο Αλέξης.
«Καληνύχτα Αλέξη,» είπε ο Χρήστος. «Αύριο, είναι μια άλλη μέρα. Με ξεκάθαρο μυαλό θα ξανασκεφτούμε όλη τη κατάσταση και πού ξέρεις…»
Μέσα σε λίγα λεπτά ο Χρήστος είχε βυθιστεί σε ένα μακάριο ύπνο. Ο Αλέξης, πάλι στριφογυρνούσε στο κρεβάτι για ώρα και όταν τελικά κατόρθωσε να αποκοιμηθεί ο ύπνος του ήταν ταραγμένος με όνειρα άσχημα,  με εφιάλτες, όπου τεράστιες μαύρες σκουληκότρυπες κατάπιναν ανθρώπους, που προσπαθούσαν αγωνιώντας να κρυφτούν μέσα σε μεγάλα ξύλινα άλογα.

 

 

16.  Μαθήματα φυσικής

 

Τα δυο παιδιά κοιμήθηκαν βαθιά για πολλές ώρες. Κάποια στιγμή η μαμά του Αλέξη, που ανησύχησε από την πολλή ησυχία, χτύπησε τη πόρτα του δωματίου.
« Αλέξη, Χρήστο» είπε.
Απάντηση δεν πήρε. Άνοιξε τη πόρτα σιγά σιγά.
Οι δυο φίλοι ήταν βυθισμένοι στον ύπνο.
« Ξυπνήστε υπναράδες», φώναξε γελώντας και κατευθύνθηκε στο παράθυρο. Άνοιξε τα παντζούρια και ο λαμπρός ήλιος μιας γνήσιας ελληνικής καλοκαιριάτικης ημέρας πλημμύρισε το δωμάτιο. Ο Αλέξης ανακάθισε ξαφνιασμένος στο κρεβάτι τρίβοντας τα μάτια του.
« Έλα, μωρέ μαμά. Τι κάνεις τώρα; Άσε μας να κοιμηθούμε λιγάκι ακόμα.»
«Λιγάκι ακόμα;» ρώτησε ξαφνιασμένη η μαμά του μη πιστεύοντας στα αυτιά της. «Παιδί μου μεσημέριασε. Σε λίγο θα έρθουν οι γονείς του Χρήστου να τον πάρουν. Καλά πόσες ώρες θέλετε να κοιμηθείτε για να χορτάσετε; Η μπας…» ρώτησε ξαφνικά υποψιασμένη, «και δεν κοιμηθήκατε το βράδυ όταν πέσατε και το τραβήξατε μέχρι το πρωί;»
« Όχι, καλέ μαμά» είπε ο Αλέξης, «τι είναι αυτά που λες. Απλώς είμαστε κουρασμένοι».
« Τότε σηκωθείτε γρήγορα, πλυθείτε, ντυθείτε και θα ξεκουραστείτε το βράδυ,. Θα πέσετε νωρίτερα για ύπνο. Εμπρός τώρα.»
Οι δυο φίλοι σηκώθηκαν.
« Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Χρήστος τον Αλέξη.
« Ντύσου και πάμε στο γραφείο να ξαναδοκιμάσουμε.»
Τα δυο παιδιά κατέβηκαν πήραν ένα πρωινό και ετοιμάστηκαν να πάνε στο γραφείο.
« Που πάτε, κύριοι;»  ρώτησε ο μπαμπάς του Αλέξη.
« Να, μπαμπά κάτι θέλω να μου δείξει ο Χρήστος στον υπολογιστή.»
« Μην κλειστείτε τώρα μέσα στο γραφείο» γκρίνιαξε η μαμά του Αλέξη. «Έχει τόσο ωραία μέρα έξω. Βγείτε στην αυλή να παίξετε να σας δει ο ήλιος.»
«Για λίγο μόνο μαμά στο υπόσχομαι» είπε ο Αλέξης. «Μετά θα βγούμε στο κήπο. Για λίγο μόνο.»
«Καλά» υποχώρησε  η μαμά του Αλέξη. «Πηγαίνετε.»
Τα παιδιά κλείστηκαν στο γραφείο άνοιξαν τον υπολογιστή και περίμεναν.
« Αντρέα» έγραψε ο Αλέξης, «είσαι εκεί;»
Μάταιος κόπος. Έμειναν μέσα στο γραφείο καμιά ώρα περίπου περιμένοντας, αλλά απάντηση δεν πήραν.
« Πρέπει να το πάρουμε απόφαση» είπε ο Αλέξης κλείνοντας τον υπολογιστή «τα πάντα τελείωσαν. Ο Αντρέας χάθηκε.»
Ο Χρήστος τον κοίταξε. « Έλα» του είπε «πάμε στο κήπο, μη γκρινιάζουν οι δικοί σου.»
Τα παιδιά κατέβηκαν στο κήπο. Κάθισαν στο τραπεζάκι και άρχισαν να συζητούν χαμηλόφωνα. Το μυαλό τους γύριζε γύρω από τον Αντρέα και τους γρίφους.
« Τι λες να απέγινε ρε Χρήστο; Λες να….να  πέθανε;»
« Μπα, θα έχει μεταφερθεί σε καμιά άλλη σκουληκότρυπα πιο μακριά και θα δεις, κάποια στιγμή θα αποκαταστήσει την επικοινωνία και θα ξαναμιλήσετε. Κρίμα όμως,  είχαμε κάνει τόση δουλεία με τους γρίφους.»
« Αλήθεια, για  θυμήσου το βασιλιά.»
« Γιατί, τις βροντές;»
« Μας έφαγε η Ελένη.»
« Εδώ αυτή έφαγε ολόκληρη Τροία, φίλε μου. Εμάς δε θα έτρωγε;»
Και έμειναν στο κήπο συζητώντας για ώρες, μέχρι που ήρθαν οι γονείς του Χρήστου να τον πάρουν.
« Καλέ τι έχουν αυτά;» ρώτησε η μαμά του Χρήστου τη μαμά του Αλέξη. «Δεν παίζουν μπάλα; Δεν κυνηγιούνται; Ούτε καν ένα ηλεκτρονικό; Μπας και είναι άρρωστα;» και, πλησιάζοντας, ακούμπησε τη παλάμη της στο μέτωπο του γιου της, να δει μήπως έχει πυρετό.
« Να σου πω μαμά,»  είπε ο Χρήστος νευριασμένα. «Εσείς οι μαμάδες ποτέ δεν είστε ευχαριστημένες. Πάντα ανησυχείτε όταν τα παιδιά σας είναι ήσυχα και πάντα γκρινιάζετε όταν είναι ζωηρά. Μια φορά αποφασίσαμε και εμείς να συζητήσουμε, σαν μεγάλοι, που είμαστε,  και πάλι πρόβλημα έχετε.»
« Καλά,  παιδί μου, καλά» είπε η μαμά του. «Τώρα, τέρμα οι συζητήσεις. Ώρα να μαζεύεσαι στο σπιτάκι σου . Πάμε.»
Οι δυο φίλοι αποχαιρετίστηκαν.
«Θα σε πάρω τηλέφωνο, Αλέξη» είπε ο Χρήστος την ώρα που έμπαινε στο αυτοκίνητο του πατέρα του.
«Ναι,  δεν προλάβατε να τα πείτε όλα!» έκανε ειρωνικά ο πατέρας του.

.

.

.

.

Πέρασαν τρεις μέρες. Ο Αλέξης, γύριζε σαν φάντασμα μέσα στο σπίτι. Τηλεφωνιόταν με το Χρήστο χωρίς όμως  τη παλιά του διάθεση.  Το μυαλό του έμενε συνέχεια καρφωμένο στον Αντρέα.
«Τι να απέγινε» σκεφτόταν; «Να ζει άραγε χαμένος κάπου στο αχανές σύμπαν;»
Που και πού έμπαινε στο γραφείο, άνοιγε το κομπιούτερ, και έμενε να κοιτάζει την κενή οθόνη, περιμένοντας κάποιο μήνυμα, που δεν έλεγε να έρθει.
Η μητέρα του είχε ανησυχήσει με τη συμπεριφορά του.
«Τι έχεις αγόρι μου;» τον ρώταγε «Γιατί είσαι έτσι άκεφος;   Δεν ασχολείσαι με τίποτα.»
Μα ο Αλέξης : «Άσε με» της έλεγε, «δεν έχω τίποτε.»
Και συνέχιζε να πηγαινοέρχεται σαν υπνωτισμένος.

.

.

Το πρωινό της τέταρτης μέρας, ήταν μόνος στο σπίτι και χάζευε τηλεόραση όταν άκουσε να του χτυπάνε το κουδούνι.
Κατευθύνθηκε προς την πόρτα και κοίταξε από το ματάκι. Ένας άγνωστος άνδρας στεκόταν στην είσοδο.
« Τι θα θέλατε;» ρώτησε απορημένος ο Αλέξης, χωρίς να ανοίξει τη πόρτα..
« Τον Αλέξη» απάντησε απλά ο άγνωστος.
Ο Αλέξης αισθάνθηκε το κεφάλι του να γυρίζει και να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Ποιος ήταν αυτός που τον αναζητούσε; Σίγουρα ήταν ο Γιάννης. Είχε μάθει -άγνωστο πως- για τη βοήθεια που είχε δώσει στον Ανδρέα και είχε έρθει να εκδικηθεί. Τι έπρεπε να κάνει; Προσπάθησε να σκεφτεί με ψυχραιμία. Οι γονείς του ήταν πολύ μακριά -άλλωστε και να τους τηλεφωνούσε τι θα τους έλεγε; τι θα καταλάβαιναν;
Το μυαλό του πήρε αμέσως στροφές. Δεν θα άφηνε το ξένο να μπει μέσα στο σπίτι. Έξω, στο κήπο θα τον κράταγε. Υπήρχε πολύς κόσμος στη γειτονιά εκείνη την ώρα και – έτσι τουλάχιστον ήλπιζε- δεν θα τολμούσε να τον πειράξει. Ο ξένος ξαναχτύπησε το κουδούνι.
«Ένα λεπτό», απάντησε ο Αλέξης, «ντύνομαι και έρχομαι. Παρακαλώ καθίστε και περιμένετέ με στο τραπεζάκι του κήπου.»
Ύστερα, σα σφαίρα πλησίασε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Χρήστου. Με το που άκουσε τη φωνή του φίλου του είπε με μια ανάσα. «Είναι εδώ. Έξω από σπίτι. Με περιμένει στο κήπο.»
«Τρελάθηκες; Ποιος;» ρώτησε ο φίλος του
«Ο Γιάννης. Είμαι σίγουρος ότι είναι αυτός. Ήρθε να πάρει εκδίκηση. Βγαίνω έξω τώρα. Παίρνω το τηλέφωνο μαζί μου. Θα το αφήσω ανοιχτό να ακούσεις ό, τι θα ειπωθεί. Χρήστο, αν βρεθώ σε καμιά σκουληκότρυπα, θέλω να με θυμάσαι.»
Και με αυτά τα λόγια, με το τηλέφωνο στο χέρι και προσπαθώντας να κρατήσει, όση ψυχραιμία του απέμενε, βγήκε στο κήπο.
Ο άγνωστος καθόταν χαλαρά στο τραπεζάκι του κήπου. Μόλις είδε τον Αλέξη να πλησιάζει σηκώθηκε χαμογελώντας.
« Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω μικρέ μου» είπε και του άπλωσε το χέρι.
Ο Αλέξης του έδωσε και αυτός το χέρι και τον παρατήρησε καλά καλά. Ήταν ένας λεπτός, όμορφος άντρας στην ηλικία του πατέρα του πάνω κάτω. Το ύφος του και όλη η στάση του δεν είχαν τίποτε το απειλητικό και ο Αλέξης ένιωσε λίγο ξαλαφρωμένος.
« Δεν νομίζω ότι γνωριζόμαστε, κύριε» είπε
« Είσαι σίγουρος;»  είπε ο ξένος με ένα ξαφνικό γέλιο. «Τη μνήμη πίσω γύρνα και θυμήσου.»
Αυτές οι λέξεις από τον τελευταίο γρίφο έκαναν τον Αλέξη να παγώσει, σίγουρος πια ότι ο άντρας απέναντί του ήταν ο Γιάννης.
«Μα τι σου συμβαίνει;» τον ρώτησε απορημένα ο ξένος, βλέποντάς τον να χλωμιάζει. «Φανταζόμουν ότι θα χαιρόσουν, που θα με έβλεπες ζωντανό. Αλέξη, δεν κατάλαβες ποιος είμαι; Ο Αντρέας είμαι.»
« Ο Αντρέας;» ρώτησε ο Αλέξης μη μπορώντας να πιστέψει στα αυτιά του. «Μα…δε χάθηκες παντοτινά;»
« Όχι, όπως βλέπεις. Χάρη σε σένα. Κάτσε να σου τα πω.»
« Και γιατί να σε πιστέψω;» ρώτησε ο Αλέξης, κοιτώντας καχύποπτα το ξένο. «Πού ξέρω πως μου λες αλήθεια και ότι είσαι πράγματι ο Ανδρέας και όχι ο Γιάννης;»
Ο ξένος γέλασε. «Έχεις δίκιο» του είπε. Είσαι μυαλωμένο παιδί. Να, θα σου δείξω τη ταυτότητά μου να βεβαιωθείς » και τράβηξε από τη  τσέπη του το πορτοφόλι του.
Ο Αλέξης κοίταξε τη ταυτότητα που του έτεινε ο ξένος. Το επώνυμο βέβαια δεν του έλεγε τίποτε. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ του να το ρωτήσει. Το μικρό όνομα όμως έγραφε ΑΝΔΡΕΑΣ.
« Μα πώς είναι δυνατόν να σώθηκες;» τον ρώτησε, καθησυχασμένος πια.  «Αφού η απάντηση στο γρίφο ήταν λάθος.»
« Με έσωσε η Ελένη. Κάτσε να τα πιάσουμε από την αρχή. Θυμάσαι, που σου είπα ότι μόλις έδωσα το όνομα ΧΙΟΝΑΤΗ ο μετρητής επιτάχυνε αφάνταστα την αντίστροφη μέτρηση; Τα πάντα μέσα στο εργαστήριο άρχισαν να βουίζουν, τα όργανα έκαναν σαν τρελλά. Και η παυλίτσα στην οθόνη του υπολογιστή αναβόσβηνε περιμένοντας τη σωστή λύση του γρίφου. Ήξερα, πως είχε έρθει το τέλος μου. Και τότε ξαφνικά, τρία δευτερόλεπτα πριν από το μοιραίο, το μάτι μου πήρε το μήνυμα, που μου είχες στείλει. Διάβασα το όνομα ΕΛΕΝΗ στην οθόνη, με την οποία επικοινωνούσαμε. Δεν σκέφτηκα, δεν προσπάθησα να καταλάβω. Μηχανικά, τα χέρια μου, σαν να κινήθηκαν από μόνα τους, πληκτρολόγησαν με όση ταχύτητα μπορούσαν ένα ένα τα γράμματα: Ε-Λ-Ε-Ν-Η. Στο τελευταίο δευτερόλεπτο ακριβώς,  η αντίστροφη μέτρηση σταμάτησε. Μα όλα άρχισαν να βουίζουν πιο δυνατά. Μια φοβερή περιδίνηση άρπαξε το εργαστήριο, σαν να γινόταν ένας φοβερός σεισμός. Δεν μπορούσα να κρατηθώ όρθιος. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι γινόταν γύρω μου, δεν μπορούσα να διακρίνω τα αντικείμενα, που ήταν δίπλα μου. Ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Κοίταξα γύρω μου. Τίποτα δεν κουνιόταν. Ήταν όλα όπως πριν. Πλησίασα τον υπολογιστή, προσπαθώντας να σου στείλω μήνυμα. Μα ο υπολογιστής, ήταν εντελώς νεκρός, σαν χωρίς ζωή. Δεν ήμουν σίγουρος για το τι είχε συμβεί. Φανταζόμουν ότι είχα εκτιναχθεί ακόμα βαθύτερα στο απέραντο διάστημα, χωρίς όμως πια να μπορώ να έχω επικοινωνία, μαζί σου.
Απελπισμένος, έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι μου κάθισα στο πάτωμα και έμεινα εκεί δεν ξέρω για πόση ώρα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα. Πλησίασα το παράθυρο και… δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Απέναντί μου απλωνόταν η γαλάζια θάλασσα, η ίδια θάλασσα, που είχα διασχίσει πριν από 5 χρόνια περίπου για να φτάσω σε αυτό το καταραμένο εργαστήριο. Βγήκα έξω σαν τρελλός. Σα μικρό παιδί έτρεχα πάνω κάτω στη παραλία κλώτσαγα την άμμο, πετούσα πέτρες στη θάλασσα. Είχα σωθεί. Σιγά σιγά η ταραχή μου καταλάγιαζε. Τώρα έπρεπε να βρω τρόπο να φύγω από το νησί. Σου είχα αναφέρει πώς αυτό το νησί ήταν ένα ξερονήσι, από τα εκατοντάδες, που είναι σπαρμένα στο Αιγαίο. Έπρεπε να βρω κάποιο τρόπο να κάνω αισθητή τη παρουσία μου. Κατευθύνθηκα προς το ψηλότερο σημείο του νησιού, μάζεψα όσα χόρτα και ξύλα μπόρεσα, άναψα μια μεγάλη φωτιά και περίμενα. Ευτυχώς το σχέδιό μου έφερε αποτελέσματα. Μια ψαρόβαρκα, έπλεε εκεί κοντά. Οι ψαράδες με είδαν και ήρθαν να με μαζέψουν. Με ρώτησαν πώς βρέθηκα στο νησί. Τα μπάλωσα με ένα μικρό ψέμα, ότι τάχα είχα έρθει με ένα μικρό βαρκάκι να εξερευνήσω το νησί, ότι τάχα βούλιαξε η βαρκούλα μου και ξέμεινα. Καλοί άνθρωποι, με πιστέψανε, με βγάλανε στην απέναντι ακτή και έτσι τελείωσαν όλα.»
«Και μένα πώς με βρήκες;»
«Ο Πάρις μου είχε αναφέρει τη γειτονιά, που έμενε. Πρωί πρωί λοιπόν ήρθα εδώ και άρχισα να ρωτάω στα καταστήματα αν γνωρίζανε ένα γέρο μαθηματικό το Πάρη, ή ένα αγόρι, τον Αλέξη, που μετακόμισε πρόσφατα στη γειτονιά. Τελικά, και ύστερα από κάμποσες ώρες αναζήτησης, έτυχε  ο περιπτεράς της γωνίας να γνωρίζει τον Πάρη, μου έδειξε το σπίτι και … νάμαι.»
Ο Αλέξης δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του.
«Σώθηκες λοιπόν» είπε γεμάτος χαρά.
«Ναι, φίλε μου και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να έρθω να σε ευχαριστήσω από κοντά. Χωρίς εσένα θάμουν ακόμα χαμένος στη τρύπα μου.»
«Και τώρα τι θα κάνεις;» ρώτησε ο Αλέξης;
«Θα συνεχίσω τη ζωή μου από εκεί, που την άφησα. Τη δουλειά μου, τις έρευνες μου…»
«Και ο Γιάννης;»
«Δεν ξέρω τίποτε. Τηλεφώνησα χθες το βράδυ σε ένα κοινό μας γνωστό και μου είπε ότι έχει εξαφανιστεί, από τότε που εξαφανίστηκα και εγώ.»
«Τι νομίζεις ότι απέγινε;»
«Πρέπει μάλλον να εξαφανίστηκε μέσα στη δίνη του νησιού, που χανόταν στο χωροχρόνο.»
«Δηλαδή πιστεύεις ότι η ανθρωπότητα είναι πια ασφαλής;»
«Η ανθρωπότητα ποτέ δεν είναι ασφαλής, φιλαράκο μου. Ας πούμε ότι πιστεύω πως τουλάχιστον  δεν κινδυνεύει από το Γιάννη.»
Εκείνη τη στιγμή οι γονείς του Αλέξη φάνηκαν σε έξαλλη κατάσταση στη καγκελόπορτα.
«Αλέξη είσαι καλά;» ρώτησε ο πατέρας του.
Ο Αλέξης τον κύτταξε με απορία
« Μα, φυσικά. Γιατί;»
« Μας τηλεφώνησε ο Χρήστος και μας είπε να τρέξουμε γιατί η ζωή σου βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο. Μα τι συμβαίνει λοιπόν; Ποιος είναι ο κύριος;»
« Α!» είπε ο Αλέξης, ανοίγοντας ένα στόμα σα χάνος. «Ο Χρήστος.» Τον είχε ξεχάσει αυτόν. Μηχανικά έφερε το ακουστικό στο αυτί του. Ο Χρήστος ήταν ακόμα εκεί, πιστός στο λόγο που είχε δώσει το φίλο του.
«Χρήστο;»  είπε ο Αλέξης.
«Εδώ», απάντησε εύθυμα ο φίλος του. «Τα άκουσα όλα. Καλά ξεμπερδέματα τώρα με τη μάνα σου και το πατέρα σου. Τους ειδοποίησα με το κινητό. Θα τα πούμε αργότερα εμείς» και, χωρίς άλλη κουβέντα,  του έκλεισε το τηλέφωνο.
« Λοιπόν, Αλέξη» τον ρώτησε αυστηρά ο πατέρας του, «θα μας εξηγήσεις και εμάς;»
« Μα ναι, μπαμπά. Ο κύριος ήταν φίλος και συνεργάτης του θείου Πάρη και έλειπε τα τελευταία χρόνια στο εξωτερικό. Γύρισε τώρα, δεν είχε μάθει για το θάνατό του,  ήρθε να τον επισκεφθεί και έπεσε επάνω μου. Εκείνη την ώρα εγώ μιλούσα με το Χρήστο στο τηλέφωνο, του είπα ότι κάποιος άγνωστος ήταν στη πόρτα και αυτός ο ανόητος φαίνεται πως τρόμαξε και σας ανησύχησε τζάμπα.»
« Καλά,»  ρώτησε η μητέρα του «και το τηλέφωνο γιατί το είχες αφήσει ανοιχτό;»
Ο Αλέξης απέμεινε να τη κυττάει σα χαζός. Στο τέλος απάντησε:«Που να ξέρω;  Μάλλον θα ξέχασα να πατήσω το κουμπί. Έλα τώρα, καλέ μαμά. Ανάκριση θα μου κάνεις; Δε θα κεράσεις τίποτε τον ξένο άνθρωπο;»
«Μα…φυσικά» είπε η μητέρα του Αλέξη.
Και ο πατέρας του, απευθυνόμενος προς τον Αντρέα, συμπλήρωσε:
« Χαίρω πολύ, κύριε, που σας γνωρίζω. Καθίστε να τα πούμε».
Και κάθισαν όλοι μαζί στο τραπεζάκι του κήπου, ήπιαν καφέ και άρχισαν να συζητάνε, ενώ ο Αλέξης, ήσυχος πια και ξένοιαστος ένιωθε να φουσκώνει από περηφάνια και ικανοποίηση. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος,  στο κόσμο – ήταν σίγουρος γι΄αυτό – που είχε κατορθώσει να σώσει κάποιον άλλον από μια σκουληκότρυπα.
Εκείνη τη στιγμή, ο Αντρέας του χαμογέλασε πλατιά.
«Εμείς οι δυό έχουμε πολλά να πούμε, Αλέξη.»
«Δηλαδή;» ρώτησε ο πατέρας του Αλέξη, απορώντας τι «πολλά» θα μπορούσε να πει ο γιός του με τον άγνωστο φίλο του Πάρη.
«Να» απάντησε ο Αντρέας, έλεγα στο γιό σας, πως είμαι φυσικός και μου απάντησε πώς έχει κάποια κενά σε αυτό το τομέα. Έτσι, προσφέρθηκα να τον βοηθήσω να καταλάβει μερικά πράγματα.»
Μια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό του Αλέξη. Τι του είχε πει ο Αντρέας, όταν είχαν πρωτομιλήσει; Αν σωνόταν θα του εξηγούσε τα πάντα για τις μαύρες τρύπες, τις σκουληκότρυπες, τα έτη φωτός, τους γαλαξίες και τις Ανδρομέδες. Α! όχι! Φτάνει πια με τα επιστημονικά! Αρκετά είχε σπαζοκεφαλιάσει. Δεν ήθελε να μάθει τίποτε άλλο. Μα την ίδια στιγμή και πριν προλάβει να πει τίποτε, άκουσε το πατέρα του να αναφωνεί:
«Μα αυτό είναι θαυμάσιο. Σας ευχαριστούμε πολύ.»
«Παρακαλώ» απάντησε ο Αντρέας χαμογελώντας. «Έτσι κι αλλιώς, οι φίλοι πρέπει να βοηθάνε ο ένας τον άλλον. Είμαι σίγουρος ότι ο Αλέξης, το ξέρει πολύ καλά αυτό».
Ο Αλέξης το ήξερε βέβαια πολύ καλά, όπως ήξερε επίσης πώς δεν είχε καμιά διάθεση να αφήσει τα παιχνίδια του για να ασχοληθεί με μαθήματα φυσικής. Βιάστηκε λοιπόν να διαβεβαιώσει τους παρευρισκόμενους:
«Μα, δεν έχω δα και τίποτε σπουδαία κενά. Είμαι σίγουρος, πώς τη καινούργια χρονιά, θα στρωθώ να διαβάσω παραπάνω και θα τα καταφέρω μια χαρά».
Ο Αντρέας έσκασε στα γέλια.
«Όπως νομίζεις, μικρέ μου» του είπε. «Μείνε ήσυχος.  Δε σκοπεύω να σου φορτωθώ και να σε αγχώσω, μια που -ποιος ξέρει- μπορεί μια μέρα να χρειαστώ ξανά τη βοήθειά σου.»
Αποφεύγοντας την απορημένη ματιά του πατέρα του, που προσπαθούσε –μάταια- να καταλάβει τι εννοούσε ο Αντρέας, ο Αλέξης δεν κρατήθηκε και απάντησε :
«Καλά, που το κατάλαβες, γιατί αν μπλέξω με τίποτε επιπλέον μαθήματα φυσικής, ορκίζομαι πώς ποτέ ξανά στη ζωή μου, δεν θα σώσω κανέναν και θα αφήσω ήσυχες τις μαύρες τρύπες και τις σκουληκότρυπες, να ρουφάνε ανενόχλητες, όλους τους επιστήμονες του κόσμου!!!»

.

.

ΤΕΛΟΣ

 

 



Read Full Post »