Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Παραμύθια’ Category

Μια φορά κι έναν καιρό,
η κότα η κοτούλα μάζευε φασόλια στο κήπο της.
Ξαφνικά…ΤΟΚ…ένα φασόλι της πέφτει στο κεφάλι.


Και είπε η κότα η κοτούλα:
‘Πωπώωωωωω. Πέφτει-πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και πρέπει να πάω βιαστικά να το πω στο βασιλιά»
Παίρνει τη τσάντα της και ξεκινάει.
Δρόμο παίρνει-δρόμο αφήνει,
Δρόμο παίρνει-δρόμο αφήνει
Και να ΄σου συναντάει τον κικιρίκου-κόκορα.

Και ρώτησε ο κικιρίκου- κόκορας:
«Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάς από δω πέρα;»
Και απάντησε η κότα η κοτούλα :
«Αχ, κικιρίκου κόκορά μου,
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και ΄γω πάω βιαστικά να το πω στο βασιλιά»
«Τι λές;»  Είπε ο κόκορας.
«Να ρθω και γω μαζί σου;»
«Ελα»
Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε τη πάπια τη καμαρωτή.

 

Και ρώτησε η  πάπια η καμαρωτή:
«Κικιρίκου κόκορά μου
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, πάπια μας καμαρωτή.
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
«Τι λέτε;»  Είπε η πάπια .
«Να ρθω και ‘γω μαζί σας;»
«Έλα» .

Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε τη χηνούλα τη κουνιστή.

Και ρώτησε η  χήνα η κουνιστή :
«Πάπια μου καμαρωτή,
κικιρίκου κόκορά μου,
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, χηνούλα  κουνιστή.
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
« Τι λέτε;» Είπε η χηνούλα .
«Να ρθω και ‘ γω μαζί σας;»
«Έλα» .

Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε το διάνο το κουτόδιανο.

Και ρώτησε η  διάνος ο κουτόδιανος :
“Βρε χηνούλα κουνιστή,
Πάπια μου καμαρωτή,
Κικιρίκου κόκορά μου,
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, διάνε μας κουτόδιανε, .
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
«Τι λέτε;»  Ειπε ο διάνος
«Να ρθω και ‘ γω μαζί σας;»
«Έλα» .

Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε την Aλεπού τη κυρά-Μαριώ.

Και ρώτησε η  πονηρή η Αλεπού :
Διάνε μου κουτόδιανε
Και συ χήνα κουνιστή,
Πάπια μου καμαρωτή,
Κικιρίκου κόκορά μου,
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, αλεπού κυρά-Μαριώ .
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
«Μπα;»  Ρώτησε τη πονηρή η αλεπού.
«Και ξέρετε πού είναι το παλάτι;»
«Όχι», απάντησε η κότα η κοτούλα
«Θέλετε να σας δείξω;»
«Ναι»
“Πάμε λοιπόν” είπε η πονηρή η αλεπού.
Και, έτσι, μπήκε μπροστά  η αλεπού η κυρά-Μαριώ
για να τους δείξει το δρόμο για το παλάτι.
Μόνο, που, αντί να οδηγήσει τα ζωάκια στο παλάτι,
τα οδήγησε στη φωλιά της.

Και εκεί, αφού κλείδωσε τη πόρτα, φώναξε τα αλεπουδάκια της,
Και φάγανε πρώτα το διάνο το κουτόδιανο,
μετά τη χήνα τη κουνιστή,
ύστερα τη πάπια τη καμαρωτή,
στη συνέχεια τον κικιρίκου κόκορα
και τελευταία τη κότα τη κοτούλα, που δε πρόλαβε η κακομοίρα
Να πάει να πει στο βασιλιά, πως πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός.

Advertisements

Read Full Post »

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά, πολλά χρόνια, σ΄ έναν ψηλό, πέτρινο πύργο, ζούσε ένα αρχοντόπουλο. Ηταν ένα όμορφο, ευγενικό κι έξυπνο παλλικάρι, που όλη τη μέρα έκανε βόλτες με το μαύρο άλογό του στο πυκνό δάσος, που περιτριγύριζε τον πύργο του.

Τα βράδια πάλι καθόταν στο μεγάλο σαλόνι του πύργου και, κάτω από τις σκιές, που έριχναν τα κάδρα των προγόνων του, τα σπαθιά και οι ασπίδες, που κρέμονταν στους τοίχους, διάβαζε βιβλία. Γιατί το παλλικάρι αυτό, αγαπούσε πολύ τα βιβλία. Μάλιστα, πολλές φορές, όταν άνοιγε κάποιο καινούργιο  και του άρεσε πολύ, καθόταν όλη τη νύχτα και διάβαζε, ξεχνώντας να πάει να κοιμηθεί.

Ένα πρωί, καθώς είχε καβαλλήσει το άλογό του και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για τη βόλτα του, βλέπει ξάφνου μπροστά του ένα γέρο-χωρικό, που κράταγε στα χέρια του ένα τόσο δα δεματάκι.
«Παλληκάρι κου» είπε ο γέρος, έμαθα ότι σου αρέσει να διαβάζεις και σου έφερα ένα δώρο. Ένα βιβλίο, που όμοιό του δεν υπάρχει άλλο στον κόσμο όλο» και του έτεινε το δεματάκι. Το παλληκάρι έκπληκτο, άπλωσε το χέρι, πήρε το βιβλίο, το κύτταξε και ύστερα σήκωσε το κεφάλι του να ευχαριστήσει το γέροντα. Αλλά αυτός είχε κιόλας εξαφανιστεί.

Παραξενεμένο το παλληκάρι έκρυψε το βιβλίο μέσα στα ρούχα του, πήγε τη βόλτα του και το βραδάκι, όταν έπιασε πιά να σουρουπώνει, γύρισε στον πύργο του, κάθησε αναπαυτικά στη μεγάλη του πολυθρόνα, μπροστά στο τζάκι και άρχισε να διαβάζει.
Το βιβλίο μίλαγε για μια όμορφη κοπελλα, που ζούσε μέσα σε μια λίμνη, στη μέση του δάσους. Ηταν κόρη του ήλιου και της σελήνης. Από τον ήλιο είχε πάρει το χρυσάφι στα μαλλιά της ενώ το φεγγάρι της είχε χαρίσει το ασήμι του, πάνω στο δέρμα της. Όταν γεννήθηκε, έλεγε το βιβλίο, τα αστέρια του ουρανού της έκαναν δώρο τη λάμψη τους στα μάτια της και τα τριαντάφυλλα του παλατιού, το φλογάτο χρώμα τους στα χείλη της. Και τα πουλιά του δάσους, της χάρισαν τη μελωδία στη φωνή της. Και ήταν τόσο μα τόσο όμορφη, που όποιος την έβλεπε θαμπωνόταν και ξέχναγε τα πάντα.

Η κοπέλλα αυτή ζούσε μέσα στη λίμνη, παρέα με τα ψάρια και τα φυτά του βυθού και ποτέ δεν έβγαινε από το νερό. Μόνο μια φορά το μήνα, όταν το φεγγάρι ήταν γεμάτο στον ουρανό, ξεπρόβαλε από το νερό μέχρι τη μέση και μόνο τότε μπορούσε κανείς να τη δεί και να τη θαυμάσει.
Το παλληκάρι τέλειωσε το βιβλίο του και απόμεινε σκεφτικό. «Αύριο το βράδυ» σκέφτηκε «έχουμε πανσέληνο. Το φεγγάρι θα είναι γεμάτο. Αύριο το βράδυ θα πάω να δω αυτή τη κοπέλλα».
Και έτσι έγινε. Την άλλη μέρα το σούρουπο, σέλωσε το άλογό του και τράβηξε κατά τη λίμνη του δάσους. Εφτασε στην όχθη της λίμνης, κατέβηκε από το άλογό του και περίμενε. Πέρασαν ώρες πολλές.

Και ξάφνου…να! Ακριβώς τη μέση της νύχτας, τα νερά αναδεύτηκαν και ανάμεσά τους ξεπρόβαλε το κεφάλι της κοπέλλας. Και όπως τίναξε τα μακριά της τα μαλλιά, ο τόπος γύρω φώτισε ξαφνικά, σα να ΄γινε μέρα. Το παλληκάρι απόμεινε θαμπωμένο να τη κοιτά, γιατί ήταν πραγματικά ωραία, πολύ πιο ωραία απ΄ όσο είχε φανταστεί.

Η κυρά της Λίμνης τον είδε και τον ρώτησε: « Ποιος είσαι εσύ; Τι θες τέτοια ώρα εδώ;» και όπως μίλαγε ήταν σαν χιλιάδες αηδόνια να τραγουδούσαν όλα μαζί.
«Είμαι ο άρχοντας του πύργου» απάντησε το παλληκάρι και ήρθα να δώ αν είσαι τόσο όμορφη όσο γράφουν στα βιβλία».
«Εκανες άσκημα» του είπε η κοπέλλα « γιατί όποιος με δεί μια φορά, μετά να με ξεχάσει δεν μπορεί.»
«Ελα» παρακάλεσε το παλληκάρι « έλα λίγο πιο κοντά».
«Δεν γίνεται» γέλασε η κυρά. «Ποτέ δεν βγαίνω από τη λίμνη. Και νάθελα, δεν μπορώ».
Γέλασε, ξαναβούτηξε στα νερά και χάθηκε το ίδιο απότομα, όπως είχε φανεί.
«Που είσαι; » φώναξε το παλληκάρι  στάσου λίγο να σου πώ . Πλησίασε και κοίταξε με αγωνία τα μαύρα νερά της λίμνης, αλλά… του κάκου. Το κεφάλι της κοπέλλας δεν ξαναφάνηκε. Μόνο το φεγγάρι περιδιάβαζε μέσα στα νερά, σα νάχε ξεκαρφωθεί από τον ουρανό και νάχε πέσει μέσα.
Από κείνη τη νύχτα, το παλληκάρι δεν ξαναβγήκε βόλτα με το άλογό του, ούτε ξαναδιάβασε βιβλία. ΄Ολη μέρα και όλη νύχτα καθόταν στην άκρη της λίμνης και παρακαλούσε τη κυρά να φανεί. Και μια φορά το μήνα, που την έβλεπε να ξεπροβάλλει, της έταζε ό τι είχε και δεν είχε για να βγεί για λίγο έξω και να κάτσει κοντά του. Και πάντα η κυρά γελώντας απαντούσε: «Δε γίνεται. Ποτέ δε βγαίνω από τη λίμνη. Και νάθελα, δεν μπορώ». Και ύστερα χανόταν κάτω από τα σκοτεινά νερά.
Και πέρναγε ο καιρός. Ο κόσμος γύρω είχε μάθει την ιστορία και πολύ είχε στενοχωρηθεί γιατί το αγαπούσαν όλοι αυτό το παλληκάρι. «Πάει, τρελλάθηκε το αρχοντόπουλό μας»  έλεγαν «Του πήρε τα μυαλά η κυρά της Λίμνης».  Και κούναγαν στενοχωρημένοι τα κεφάλια τους.

Ο μεγάλος πύργος πήρε σιγά-σιγά να ρημάζει, μια που το αρχοντόπουλο δεν πήγαινε πιά εκεί, αλλά καθόταν συνέχεια στη λίμνη. Τα ξίφη και οι ασπίδες σκεπάστηκεν με σκόνη και η φωτιά στο τζάκι δεν άναβε πιά. Το όμορφο μαύρο άλογο κάθε μέρα σκούνταγε το αφεντικό του με το μουσούδι του, να πάνε μια βόλτα, όπως παλιά, αλλά μάταια.
Μια μέρα, εκεί, που καθόταν το παλληκάρι πλάϊ στη λίμνη, περιμένοντας να φανεί η κυρά, είδε ξαφνικά μπροστά του, το γερο-χωρικό, που του είχε χαρίσει το βιβλίο.

«΄Αρχοντά μου» είπε ο γέρος «εγώ σε έμπλεξα, εγώ θα σε ξεμπλέξω. Την αγαπάς τη κυρά της λίμνης πραγματικά; Θές να γίνει γυναίκα σου;’’

“Αχ, ναι” απάντησε το παλληκάρι “αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτε”.
“Κάτι μπορείς να κάνεις” είπε ο γέροντας. “Αλλά είναι δύσκολο και επικίνδυνο, σχεδόν ακατόρθωτο.”
“Πές μου γρήγορα γέροντα,” είπε το παλληκάρι. “Θα κάνω τα πάντα για χάρη της.”
“Ακου τότε,” είπε ο γέρος. “Θα ανέβεις στο άλογό σου και θα τρέξεις. Θα τρέξεις μακριά πολύ, πέρα απ΄ όλα τα μέρη, που ξέρεις ή που έχεις ακουστά. Θα φτάσεις σε τόπους άγνωστους, μακρινούς. Θα ψάξεις να βρείς τη χώρα, που οι άνθρωποί της δεν ξέρουνε τη θάλασσα. Κι άμα τη βρείς θα βαδίσεις για τρείς μέρες το δρόμο του φεγγαριού, μέχρι να φτάσεις στο βουνό, που είναι απότομο σα τοίχος, που οι πέτρες του κόβουν σα ξυράφια, που ούτε χόρτο φυτρώνει πάνω του, ούτε πουλί πετάει κοντά του.

Θα σκαρφαλώσεις στο βουνό και όταν φτάσεις στη κορφή θα βρείς να φυτρώνουν λουλούδια μεγάλα και μαύρα σαν τη νύχτα, με αγκάθια, κόκκινα σαν αίμα. Θα μαζέψεις αυτά τα λουλούδια, θα τους βγάλεις τα αγκάθια ένα-ένα και θα πλέξεις ένα στεφάνι. Θα γυρίσεις πίσω και μόλις δείς τη κυρά της Λίμνης να ξεπροβάλλει, θα της πετάξεις το στεφάνι, να το φορέσει κορώνα στο κεφάλι της. Και τότε θάνει δική σου για πάντα. Μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά;”
Χωρίς καν να απάντήσει, το παλληκάρι όρμησε, καβάλλησε το άλογό του και σαν τον άνεμο ξεχύθηκε μπροστά.

.
Μέρες και νύχτες πολλές κάλπαζε, ψάχνοντας να βρεί τη χώρα, που οι άνθρωποί της δεν ήξεραν τη θάλασσα. Κι όταν έφτανε σε μια καινούργια χώρα, ρωτούσε τους κατοίκους της : «Ξέρετε τι είναι η θάλασσα;» Μα όλοι γελούσαν και του απαντούσαν   «Μα τι είναι αυτά, που ρωτάς; Και ποιος δεν ξέρει τι είναι η θάλασσα;” Και το παλληκάρι, χωρίς να χάνει το κουράγιο του, κάλπαζε όλο και μακρύτερα.
Ετσι, μετά από πολλές μέρες, έφτασε σε μια χώρα ξερή, που ο καφτός ήλιος την έψηνε όλη μέρα και οι άνθρωποι μέναν συνέχεια κλεισμένοι στα μικρά τους καλύβια. Στο χώμα δε φύτρωναν παρά μόνον κάτι ξερά χορτάρια, χωρίς λουλούδια και όσο κι αν περιδιάβαζε στους δρόμους το παλληκάρι δεν είδε ούτε ένα σκύλο, ούτε μια γάτα να κυκλοφορεί. Ερημιά παντού.
“Τι παράξενη χώρα “ σκέφτηκε το παλληκάρι. Κατέβηκε απ΄ το άλογό του και πλησίασε ένα φτωχικό καλυβι στην άκρη του δρόμου. Μπήκε μέσα και είδε μια γριά να κάθεται ακίνητη στην καρέκλα της.

“ Καλή σου μέρα γιαγιά,” είπε το παλληκάρι. “ Πές μου ξέρεις τι είναι η θάλασσα;”
Η γριά απόμεινε για λίγο σκεφτική. Υστερα γύρισε και τον κύτταξε.
“Είμαι πολύ γριά” είπε “Τα μάτια μου έχουν δεί πολλά και τ΄ αφτιά μου έχουν ακούσει περισσότερα. Μα τέτοιο πράγμα, που μου λές “θάλασσα” πρώτη φορά το ακούω και ούτε που ξέρω καθόλου τι είναι.”
“Σ΄ευχαριστώ γιαγιά” φώναξε το παλληκάρι και γεμάτο χαρά πήδηξε στο άλογό του και πήγε στην άκρη της παράξενης πόλης περιμένοντας να νυχτώσει. Μόλις βγήκε το φεγγάρι στον ουρανό, το ακολούθησε βαδίζοντας το κατόπι του, όπως του είχε πεί ο γέρος.
Τρείς μέρες συνέχεια το παλληκάρι βάδιζε το δρόμο του φεγγαριού και να ! τη τρίτη νύχτα, πάνω στο ξημέρωμα, είδε μπροστά του το φοβερό βουνό.

Γέμισε τρόμο η ψυχή του παλληκαριού, κυττώντας το. Ηταν πολύ ψηλό και άγριο, το πιο ψηλό και άγριο, απ΄  όσα βουνά είχε δεί ίσαμε τότε.
Ηταν τόσο ψηλό, που έκρυβε τον ήλιο και παγωνιά βασίλευε όλογυρά του. Οι πλαγιές του ήταν απότομες και οι πέτρες του κοφτερές σα μαχαίρια. Κι όσο και να ψαχνε το μάτι, ούτε ένα τόσο δα  λουλουδάκι, ούτε ένα τόσο δα χορταράκι δεν έβλεπε πουθενά.
“Θα ανέβω” είπε αποφασιστικά το παλληκάρι.” Αφησε το άλογό του πίσω και άρχισε να σκαρφαλώνει. Οι κοφτερές πέτρες του πλήγωναν τα χέρια και τα πόδια, ο ήλιος, σκληρός, του έκαιγε το κεφάλι, αλλά το παλληκάρι, χωρίς να νοιάζεται για τίποτε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, όλο σκαρφάλωνε.

Τρείς μέρες και τρείς νύχτες του πήρε μέχρι να φτάσει στην κορφή και εκεί στάθηκε πιά εξαντλημένος να πάρει μιαν ανάσα. Και τότε… είδε τα λουλούδια, που έπρεπε να κόψει. Μαύρα, μεγάλα λουλούδια, με τεράστια αγκάθια, κόκκινα σαν το αίμα.

Μάζεψε όσο κουράγιο του είχε απομείνει και άρχισε να κόβει τα λουλούδια και να τους βγάζει τα αγκάθια. Τα χέρια του πρήζονταν και μάτωναν από τα τσιμπήματα, αλλά το παλληκάρι έπλεκε το στεφάνι, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να σκέφτεται τον πόνο του. Όταν τέλειωσε, πέρασε το στεφάνι προσεκτικά στο μπράτσο του και άρχισε να κατεβαίνει το βουνό.
Ηταν το ίδιο δύσκολο να κατέβει κανείς αυτό το βουνό, όσο και να το ανέβει, αλλά το παλληκάρι τα κατάφερε, μέχρι που έφτασε στο άλογό του, το σπιρούνισε και ξεχύθηκε σαν αστραπή στο δρόμο του γυρισμού.
Μετά από μέρες έφτασε στη λίμνη, όπου ζούσε η αγαπημένη του και εκεί στάθηκε και περίμενε με αγωνία να γεμίσει το φεγγάρι. Την τρίτη μέρα από την επιστροφή του, το φεγγάρι καμάρωνε ολόγιομο στον ουρανό και στα μισά της νύχτας η κοπέλλα πρόβαλε το κεφάλι της από τα νερά.
“Που ήσουν;” ρώτησε όταν είδε το παληκάρι. «Σε έχασα για πολύ καιρό και φοβόμουν πως κάτι σου συνέβη».
«Είχα πάει να σου φέρω ένα δώρο αντάξιο της ομορφιάς σου» απάντησε το παλληκάρι.

« Τι δώρο; “ ρώτησε έκπληκτη η κοπέλλα. “Τι δώρο θα μπορούσες να μου κάνεις, που να μην το έχω κιόλας;”
«Μια κορώνα για το κεφάλι σου» φώναξε το αρχοντόπουλο, τινάζοντας το στεφάνι πάνω στο κεφάλι της. Με το που άγγιξαν τα λουλούδια το μέτωπο της κοπέλλας έγιναν ξαφνικά χρυσά. Ο τόπος γύρω άστραψε σαν να βγήκε ο ήλιος και τα νερά της λίμνης μεριάσανε, ανοίγοντας στα δύο κι αφήνοντας να φαίνεται ο βυθός και τη κυρά να στέκεται στη μέση.
Ορμησε το παλληκάρι, την άρπαξε από το χέρι και την έβγαλε στην όχθη. «Τώρα» της είπε «σ΄ έβγαλα από τη λίμνη και δεν θα σε αφήσω να ξαναμπείς»
«Τώρα δε θέλω ούτε εγώ να ξαναζήσω στα νερά» είπε η κοπέλλα. «Γιατί, αφού βρήκες τον τρόπο να με βγάλεις και να περάσεις τόσα για χάρη μου, μου έδειξες ότι με αγαπάς πραγματικά».
Ανέβηκαν και οι δυο στο άλογο και γυρίσανε μαζί στο κάστρο όπου ζήσανε μαζί ευτυχισμένοι, μέχρι τα βαθιά τους γεράματα.

Read Full Post »

Μια φορά κι έναν καιρό, σ΄ ένα σπιτάκι στην εξοχή, είχαν φτιάξει τη φωλιά τους, δυο γερο-ποντικοί.

 

Ηταν δυο ποντικοί, ο ένας μαύρος και ο άλλος γκρίζος, που, είχαν περάσει πολλά στη ζωή τους, και τώρα πιά, στα γεράματά τους, το μόνο, που τους ενδιέφερε ήταν να τριγυρίζουν εδώ και κεί, ψάχνοντας να βρούν κανένα εκλεκτό μεζέ να ροκανίσουν.

Μόνη τους έννοια πάλι ήταν να μη πέσουν στα κοφτερά νύχια του μαύρου γάτου, που έμενε στο ίδιο σπίτι, και τόχε βάλει σκοπό της ζωής του να βουτήξει τους δυο γερο-ποντικούς.

 


Μα, όπως τόπαμε κιόλας, οι δυο ποντικοί, ήξεραν πολλά-πολλά πράγματα και έτσι, όλο και κατόρθωναν και ξεγλυστρούσαν από το γάτο και χώνονταν στις φωλιές τους, που ήταν η μια απέναντι από την άλλη, στη βάση των τοίχων του σπιτιού.

Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που οι ποντικοί μας, ο καθένας στη τρύπα του, ξεκουράζονταν, απλώθηκε ξαφνικά στον αέρα, μια υπέροχη μυρωδιά τυριού.

Οι ποντικοί, τινάχτηκαν, έβγαλαν το κεφάλι από τη φωλιά τους και… τι να δούν!!!  Στη μέση ακριβώς του δωματίου είχε πέσει ένα κομμάτι τυρί, το μεγαλύτερο κομμάτι τυρί, που είχαν δει ποτέ στη ζωή τους.

Τρέχοντας, βρέθηκαν και οι δυό την ίδια στιγμή δίπλα στο τυρί και άπλωσαν το χέρι για να το πιάσουν.

«Φύγε από δώ» τσίριξε ο γκρίζος ποντικός.
«Τι μας λές! Εσύ να φύγεις» απάντησε ο μαύρος.
«Εγώ το είδα πρώτος» φώναξε ο γκρίζος.
«Εγώ, όμως το μύρισα πρώτος» ούρλιαξε ο άλλος.

 

Και στήσαν έναν άγριο καυγά γύρω από το τυρί, χωρίς ούτε για μια στιγμή να σκεφτούν οι ανόητοι πως το τυρί έφτανε για να χορτάσουν όχι ένας, όχι δύο αλλά δέκα ποντικοί.

Και συνέχισαν να μαλώνουν τσιρίζοντας και φωνάζοντας και ήταν τόσο άγριος ο καυγάς τους που, ούτε που πήραν καθόλου χαμπάρι, το μεγάλο μαύρο γάτο, που, πλησίασε σιγά-σιγά, άπλωσε τα μακριά του νύχια και…χραπ! μάγκωσε επιτέλους τους δυο γερο-ποντικούς.

 

Ετσι, τιμωρήθηκαν οι δυο ποντικοί, για την απληστία τους.

Γιατί, αν είχαν μοιραστεί το τυρί, τώρα θα ζούσαν κι οι δυό, χορτάτοι κι ευτυχισμένοι.

Read Full Post »

Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ-πολύ μακριά από δώ, που ζούμε όλοι μας, υπήρχε μια όμορφη χώρα. Η Να-ρινά. Στα καταπράσινα λιβάδια της, όπου φύτρωναν λογής-λογής λουλούδια, παχιές αγελάδες και κατάλευκα αρνάκια, έβοσκαν αμέριμνα.

Στα ψηλά της δέντρα, που ήταν όλα φορτωμένα με φρούτα ζουμερά, πουλάκια κελαηδούσαν ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το ποταμάκι της Να-ρινά κυλούσε κελαρύζοντας τα γάργαρα νερά του μέσα από το καταπράσινο δάσος, ξεπλένοντας τα βοτσαλάκια στις όχθες του και ποτίζοντας τις καλαμιές, που θρόϊζαν απαλά σε κάθε χάδι του ανέμου. Και μπροστά στα άσπρα σπιτάκια της Να-ρινά, παχιές γάτες γουργούριζαν ευχαριστημένες κάτω από τη ζεστασιά του λαμπερού ήλιου.


Μα και οι άνθρωποι, που ζούσαν σ΄ αυτή την όμορφη χώρα, ήταν όλοι τους καλόκαρδοι, ευγενικοί και γελαστοί. Όμως, τι παράξενο!. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, είχαν περίεργες μύτες. Κάτι μύτες παχιές, τεράστιες και χρωματιστές. Αλλοι είχαν μύτη φουσκωτή και μαβιά σαν μελιτζάνα. Αλλονών η μύτη ήταν μακριά και πράσινη σαν αγγούρι και υπήρχαν και μερικοί με μύτη στρογγυλή και κόκκινη σαν ντομάτα.
Εκεί, στη Να-ρινά, όσο πιο μεγάλη μύτη είχε κανείς, τόσο πιο όμορφος ήταν.

Μια μέρα,  μια κυρία,  σ΄ εκείνη τη παράξενη χώρα, γέννησε ένα παιδάκι. Ένα όμορφο, γερό, δυνατό αγοράκι, με σγουρά μαλλάκια και ζωηρά μαύρα ματάκια. «Τι συμφορά!» είπαν όμως όλοι όσοι το είδαν. Γιατί, αυτό το μωρό δεν είχε μύτη. Όχι δηλαδή ότι δεν είχε και καθόλου μύτη, αλλά, να, είχε μια τόση δα μικρή μυτούλα, άσπρη- άσπρη, όπως και το υπόλοιπο δέρμα του. «Πω-πω τι άσχημο, που είναι το καημενούλι!» σκέφτονταν όσοι το έβλεπαν.
Η μαμά του, πήγαινε να σκάσει από τη στενοχώρια της. Τα άλλα παιδάκια της είχαν μεγάλες, πολύ μεγάλες και πολύχρωμες μύτες και ήταν τα πιο όμορφα της χώρας. Και τώρα, αυτό, το πιο μικρό, να γεννηθεί έτσι!!!
Πήρε λοιπόν αγκαλιά το μωρό της και τράβηξε κατά το βουνό, για τη καλύβα, όπου ζούσε η γριά σοφή, που ήξερε πολλά-πολλά πράγματα.

«Καλημέρα μπάμπω μου»είπε η μαμά στη γριά σοφή, μόλις έφτασε. «Συμφορά μεγάλη με βρήκε»
«Τι επαθες κόρη μου;» ρώτησε η γριά.
«Κύττα και μόνη σου»είπε η μαμά και της έδειξε το μωρό.
Εσκυψε η μάμπω και κύτταξε το μικρό. «Τι συμβαίνει;»ρώτησε «βλέπω ένα παιδάκι μια χαρά. Τι συμφορά λοιπόν σε βρήκε;»
«Μα δε βλέπεις, μπάμπω μου; Η μύτη του δεν είναι σαν τις δικές μας» στέναξε η μαμά.
«Και λοιπόν;» ξαναρώτησε η σοφή γριά. «Μήπως γι΄ αυτό το αγαπάς λιγότερο από τα άλλα σου παιδιά;»
«Για όνομα του Θεού» φώναξε η μαμά  «Όχι βέβαια. Το αγαπάω πολύ-πολύ, όσο και τα άλλα μου παιδιά. Αλλά οι άλλοι άνθρωποι, θα γελούν μαζί του, θα το κοροϊδεύουν και το Παιδάκι μου θα γίνει δυστυχισμένο».
«Κόρη μου,» είπε η γιαγιά, που είχαν δει πολλά τα μάτια της και άλλα τόσα είχαν ακούσει τα αυτιά της «έναν άνθρωπο, δεν τον αγαπάμε γι’  αυτό, που φαίνεται, ούτε γι΄ αυτό, που έχει, αλλά γι’  αυτό, που πραγματικά είναι. Όπως εσύ αγαπάς αυτό το παιδί, έτσι και οι άλλοι άνθρωποι θα το αγαπήσουν. Γιατί το παιδί σου θα γίνει καλός άνθρωπος, πονετικός και γελαστός και θα κερδίσει την αγάπη των συνανθρώπων του. Φύγε κόρη μου και μην ανησυχείς. Το παιδί σου θα ζήσει ευτυχισμένο. Είναι γραφτό του».

Πέρασαν τα χρόνια. Το παιδάκι μεγάλωνε. Και όπως είχε προβλέψει η μπάμπω γινόταν μέρα με τη μέρα, όλο  και πιο έξυπνο, όλο και πιο καλόκαρδο κι ευγενικό. Οι κάτοικοι της Να-ρινά συνήθισαν να το βλέπουν να παίζει με τα άλλα παιδάκια, να τρέχει και να γελά ανάμεσά τους, πάντα πρόθυμο να βοηθήσει όποιον είχε την ανάγκη του και το αγαπούσαν αληθινά, χωρίς να προσέχουν πιά καθόλου τη μικρή του μύτη.
Όμως το Παιδάκι, κάθε πρωί, που χτενιζόταν, μαζί  με τ΄ αδελφάκια του, μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη, ένοιωθε ένα τσίμπημα στη καρδούλα του. «Γιατί να μην είμαι κι εγώ όμορφο σαν τα αδελφάκια μου;» σκεφτόταν «Γιατί να μην είμαι σαν όλο τον κόσμο;» και στεναχωριόταν.

Μια μέρα, ξαφνικά, ήλθε στο σπίτι τους για επίσκεψη, μια παλιά φίλη της μαμάς, που δεν είχε τύχει να ξαναδεί τα παιδιά. Ηταν μια αξιοσέβαστη ξερακιανή κυρία, με μια μύτη πορτοκαλιά και μακριά και σουβλερή, ίδια με καρόττο. Μόλις είδε το Παιδάκι έβαλε τα γέλια. «Μα τη πίστη μου» είπε «δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου πιο αστείο ανθρωπάκι. Πού ‘ναι η μύτη σου καλέ; Στην έφαγε η γάτα;»ρώτησε κοροϊδετικά.
Το Παιδάκι στενοχωρήθηκε, βούρκωσε, γύρισε και βγήκε από το σπίτι. Προχώρησε στο δρόμο. Περπατούσε, περπατούσε, ο ήλιος έπεσε και βγήκε το φεγγάρι στον ουρανό και το Παιδάκι ακόμα περπατούσε. Ετσι, έφτασε μέχρι το ποταμάκι της Να-ρινά κι εκεί, ξάπλωσε στα χαλίκια στην όχθη και άρχισε να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει χωρίς σταματημό, «Γιατί να είμαι τόσο άσχημος;» έλεγε μέσα στα δάκρυά του  «Γιατί;».
«Τι έπαθες αγοράκι;» άκουσε ξαφνικά μια ψιλή φωνούλα δίπλα του. Σταράφηκε ξαφνιασμένος και είδε να στέκεται μπροστά του, ένα τόσο δα μικρούλικο κοριτσάκι .Το Παιδάκι σάστισε τόσο, που ούτε που πρόσεξε καθόλου ότι η μύτη του κοριτσιού ήταν σαν τη δική του.

«Ποια είσαι σύ;»  τη ρώτησε. «Τι θέλεις;»
«Είμαι η Λα-σενά» απάντησε το κοριτσάκι. «Μένω εκεί ψηλά» και του έδειξε με μια κίνηση του χεριού της το φεγγάρι. «Τα πρωινά κοιμάμαι, αλλά , κάθε βράδυ, που το σπίτι μου κάνει βόλτες στον ουρανό, κοιτάω τι γίνεται κάτω στη γή και όταν ακούω ένα παιδάκι να κλαίει στενοχωριέμαι πολύ και προσπαθώ να το βοηθήσω, γιατι θέλω όλα τα παιδάκια να είναι χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Σ’  άκουσα, που έκλαιγες και κατέβηκα να δω. Τι έχεις; Τι έπαθες;»
«Ειμαι άσχημος, πολύ άσχημος» είπε το παιδάκι «είμαι διαφορετικός απ΄ όλο τον κόσμο γύρω μου.»
«Κι επειδή είσαι διαφορετικός οι άλλοι δεν σ΄ αγαπάνε; Τα παιδάκια δε παίζουν μαζί σου; Οι γονείς σου και τ΄αδέλφια σου σε κοροϊδεύουν;»
«Όχι, όχι» είπε το Παιδάκι. «Ολοι μου δείχνουν πως με αγαπούν και πως με θέλουν κοντά τους. Μόνο μια κυρία, που με έβλεπε για πρώτη φορά, γέλασε μαζί μου».
«Αυτή θα ήταν μια ανόητη»είπε η Λα-σενά  «Είναι κουτό να κοροϊδεύεις έναν άνθρωπο, χωρίς να τον έχεις γνωρίσει. Αλλά αφού όλοι οι άλλοι σε αγαπούν και σε θέλουν, εσύ γιατί κλαίς;»
«Δεν θέλω να είμαι διαφορετικός» είπε το Παιδάκι. «Θέλω να είμαι όπως όλος ο κόσμος. Είπες πως θα με βοηθήσεις. Μπορείς να κάνεις τη μύτη μου να μεγαλώσει, να γινει ίδια με όλων των άλλων;»
«Όχι» είπε η Λα-σενά «δεν μπορώ».
«Τότε φύγε και άσε με στην ησυχία μου» είπε στενοχωρημένο το παιδάκι.
«Μπορώ όμως να κάνω κάτι άλλο, άμα θες» συνέχισε η Λα-σενά. «Από κεί ψηλά, που είναι το σπίτι μου, έχω δει μια Πολιτεία, όπου όλοι οι κάτοικοι έχουν μύτη σα τη δική σου. Εκεί θα ήσουν ίδιος με όλους τους άλλους. Θέλεις να σε πάω εκεί;»
«Ακου λέει» απάντησε το Παιδάκι, πηδώντας από τη χαρά του.

Άπλωσε η Λα-σενά το χέρι της, έπιασε μια φεγγαροακτίδα, που έπεφτε πάνω στα βοτσαλάκια και ανέβηκε πάνω της. «Ελα» του είπε. «Μη φοβάσαι. Ανέβα και σύ».
Kαβάλλησε και το Παιδάκι τη φεγγαροακτίδα, κλώτσησε δυνατά η Λα-σενά τον αέρα και, ώπ, η φεγγαροακτίδα ανέβηκε ψηλά και άρχισε να ταξιδεύει στο νυχτερινό ουρανό, ανάμεσα από τα αστέρια, που έλαμπαν.
Πέρασαν πάνω από πολεις και θάλασσες, από βουνά και πεδιάδες και, παντού κάτω, έβλεπαν σκοτάδι, καθώς όλοι κοιμόντουσαν. Ταξίδεψαν έτσι, ώρα πολλή και στο τέλος μίλησε η Λα-σενά.
«Φτάνουμε. Εδώ είναι η Πολιτεία, όπου θα είσαι ίδιος με όλους τους άλλους. Θα σε αφήσω και θα φύγω γιατί σε λίγο ξημερώνει. Ελπίζω να είσαι ευτυχσμένος. Αν όμως τύχει και το μετανοιώσεις, το βράδυ, κοίταξε το φεγγάρι και φώναξέ με δυνατά. Θάρθω αμέσως».
Εκείνη τη στιγμή, η φεγγαροακτίδα σταμάτησε δίπλα σ΄ ένα δέντρο.
«Κατέβα, φτάσαμε» είπε η Λα-σενά. «Πάρε το δρόμο ίσια μπροτά σου και θα σε βγάλει στη Πολιτεία, που ζητάς. Μέχρι να ξημερώσει, θα έχεις φθάσει.»
«Γειά σου Λα-σενά» είπε το Παιδάκι. » Γειά σου και σ΄ ευχαριστώ για όλα.» Και άρχισε να περπατάει στο μονοπάτι, που του έδειξε η Λα-σενα.
Στο μεταξύ ο ήλιος, ανέτειλε και φώτιζε δείχνοντάς του το δρόμο, μέχρι, που είδε τα πρώτα σπίτια της Πολιτείας. Εμοιαζαν πολύ με τα σπίτια της Να-ρινά. Ετσι, σε λίγο βρέθηκε να περπατάει ανάμεσα στους ανθρώπους της Πολιτείας.

Και, τι χαρά!, όπως του είχε πεί η Λα-σενά, είχαν όλοι μύτες σαν τη δική του.

«Τι ευτυχία» σκέφθηκε το Παιδάκι «τώρα δεν ξεχωρίζω σε τίποτε από τους άλλους, τώρα είμαι ίδιος με όλους».
Και, χαρούμενο, άρχισε να περιδιαβάζει τα δρομάκια, να χαζεύει τα μαγαζιά, να παρακολουθεί τα παιδιά, που έπαιζαν στις πλατείες, να παρατηρεί τους ανθρώπους, που έκαναν τα ψώνια τους ή που πήγαιναν στις δουλειές τους βιαστικά-βιαστικά. Και κάθε άνθρωπο, που συναντούσε, τον κύτταγε καλά-καλά, για να βεβαιωθεί ότι η μύτη του έμοιαζε με τη δική του.
Πέρασαν έτσι ώρες πολλές. Το παιδάκι άρχισε να βαριέται.
«Και τώρα τι γίνεται;»σκέφθηκε. «Είμαι ίδιος με όλους, αλλά κανείς δε φαίνεται να νοιάζεται γι΄ αυτό. Ολοι με προσπερνούν, χωρίς να μου δίνουν σημασία, σα να μην υπάρχω».
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει σιγά-σιγά από τον ουρανό, πηγαίνοντας να ξεκουραστεί από τη μεγάλη του βόλτα και το Παιδάκι ξαφνικά, με ένα σφίξιμο στη καρδιά, θυμήθηκε ότι, τέτοια ώρα, καθόταν με τα αδελφάκια του γύρω από το μεγάλο τραπέζι του σπιτιού τους και εκεί, με γέλια, με φωνές, με κουβέντες, με χαρές, έτρωγαν το φαϊ τους, που μοσχοβολούσε. Και, το ίδιο ξαφνικά, το Παιδάκι, αισθάνθηκε πολύ μόνο και πολύ δυστυχισμένο.

«Λα-σενά» φώναξε δυνατά στο φεγγάρι, που μόλις ξεκινούσε το περίπατό του.  «Λα-σενά, έλα γρήγορα, έλα γρήγορα και πήγαινέ με πίσω».
«Μα γιατί;» ρώτησε η νεραϊδούλα, που, αμέσως εμφανίστηκε μπροστά του, καβάλα στη φεγγαροακτίδα της. «Δεν είσαι ευτυχισμένος, εδώ, που είσαι ίδιος με όλους;»
«Όχι» είπε το Παιδάκι «Κανείς δε νοιάζεται για μένα κι ας είμαι όμοιός τους. Κανείς δε με αγαπά. Θέλω να γυρίσω πίσω. Στους γονείς μου, στα αδέλφια μου, στους φίλους μου, σ΄αυτούς, που με αγαπούν, όπως κι αν είμαι.»
Η Λα-σενά χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι της και βοήθησε το παιδάκι να ανέβει στη φεγγαροακτίδα της.
Ταξίδεψαν και πάλι ώρα πολλή, μέχρι, που έφθασαν στη Να-ρινά, πάνω από το σπιτάκι του.
«Κατέβα» είπε η Λα-σενά «και να θυμάσαι. Για να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να ζείς με ανθρώπους που σ΄ αγαπούν και τους αγαπάς. Οποιος σε αγαπά πραγματικά δε νοιάζεται ούτε για τη μύτη σου, ούτε για τίποτ άλλο. Νοιάζεται για σένα μόνο»
Υστερα, η Λα-σενα χάθηκε για πάντα μέσα στ΄ αστέρια.
To παιδάκι άνοιξε τη πόρτα του σπιτιού του και μπήκε μέσα. Ολοι έτρεξαν χαρούμενοι, να το αγκαλιάσουν, να το φιλήσουν και να το ρωτήσουν πού ήταν όλη μέρα, και είχαν ανησυχήσει τόσο πολύ.

Και μέσα στην αγκαλιά και τα φιλιά των δικών του ανθρώπων, το Παιδάκι ένοιωσε τόσο, μα τόσο ευτυχισμένο, που, από κείνη τη μέρα, δεν ξανακοίταξε ποτέ τη μύτη του στο καθρέφτη κι ούτε που ξανανοιάστηκε ποτέ για το αν ήταν διαφορετικό από τους άλλους ανθρώπους.

Read Full Post »

Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά χρόνια, υπήρχε μια πολύ-πολύ όμορφη χώρα. Οι κάτοικοί της, που ήταν πάντα χαρούμενοι και γελαστοί, ζούσαν σε κατάλευκα σπιτάκια, με κόκκινες, φλογάτες σκεπές. Στους κήπους τους, άνθιζαν κίτρινα, μαβιά, ροζ, άσπρα και κόκκινα λουλούδια. Στο δάσος, που περιτριγύριζε εκείνη την όμορφη χώρα, ένα ποταμάκι έτρεχε κελαρύζοντας τα κρυστάλλινα νερά του, ενώ, κάθε λογής ζωάκια και πουλάκια έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στα καταπράσινα φυλλώματα των δέντρων και στα πολύχρωμα αγριολούλουδα.
Εκεί, σ΄ αυτό το δάσος, στη μέση ακριβώς, υπήρχε ένα ξέφωτο, με μια μεγάλη βελανιδιά, που λέγαν πως ήταν μαγεμένη.
Οι κάτοικοι της χώρας αγαπούσαν και σέβονταν τη γριά-βελανιδιά και απέφευγαν να κυνηγάνε κοντά της, για να μην την ενοχλήσουν.

 

 

 

Σ΄ αυτή την όμορφη χώρα ζούσε ένας τρανός άρχοντας, που έμενε σε ένα μεγάλο πέτρινο πύργο. Ο άρχοντας αυτός είχε δυό γιούς, δυό όμορφα, γερά και δυνατά παλλικάρια. Μα τι περίεργο πράγμα ! Τα αδέλφια αυτά ήταν τόσο, μα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους.
Ο ένας αγαπούσε πολύ το κυνήγι και όλη μέρα, καβάλλα στο περήφανο μαύρο άλογό του, με το γεράκι του στον ώμο, ξεχυνόταν σαν αστραπή στο πυκνό δάσος, κυνηγώντας λύκους, τσακάλια, αλεπούδες.

 

Στον άλλο πάλι αδελφό δεν άρεσε καθόλου το κυνήγι. Του άρεσε μόνο να ζωγραφίζει. Και όλη μέρα καταγινόταν στο δωμάτιό του με τα πινέλλα  του και τις μπογιές του. Όταν πάλι κουραζόταν, καβαλλούσε το άσπρο άλογό του και τράβαγε κατά το δάσος. Και κει, στο μαγεμένο ξέφωτο, κάτω απ΄τον ίσκιο της γριάς-βελανιδιάς, έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του, εικόνες κρυφές του δάσους και ζωγράφιζε για ώρες ατελείωτες τη ζωή των δέντρων, τους χορούς των λουλουδιών, τα μυστικά των ηλιαχτίδων. Ετσι, κύλαγε ο καιρός ευτυχισμένα σ΄ εκείνη την όμορφη χώρα.

 

Όμως, αλλοίμονο, δεν ήταν γραφτό να πάει για πάντα έτσι.

 

 

Μια μέρα, ο ένας γιός του άρχοντα, ο κυνηγός, καβάλλησε το άλογό του και τράβηξε κατά το δάσος. Εκεί, ξαφνικά, είδε μπροστά του ένα γκρίζο γερο-λύκο να στέκεται και να τον κυττάει. Το παλληκάρι, δε δίστασε ούτε για μια στιγμή. Σπιρούνισε το άλογό του και όρμησε κατά πάνω του. Μα ο λύκος άρχισε να τρέχει με όση δύναμη είχε απομείνει στα γέρικα ποδάρια του και να χώνεται όλο και πιο βαθιά στο δάσος. Το παλληκάρι, από πίσω του, τον κυνηγούσε και έτσι, βρέθηκαν στο μαγεμένο ξέφωτο. Το παλληκάρι είδε την ουρά του λύκου να ξεπροβάλλει πίσω από τα δέντρα. Χωρίς να χάσει καιρό, άπλωσε το χέρι του στον ώμο, πήρε ένα βέλος, λύγισε το τόξο του και σημάδεψε…αλλά αστόχησε. Το βέλος πέταξε σαν τον άνεμο και με ορμή καρφώθηκε στον κορμό της γριάς βελανιδιάς.

 

Αμέσως ο τόπος σκοτείνιασε ένα γύρω, βροντές ακούστηκαν και αστραπές έσκισαν ξαφνικά τον μέχρι πριν λίγο γαλήνιο ουρανό.
Η βελανιδιά έσεισε θυμωμένη το φύλλωμά της και βαρειά ακούστηκε η φωνή της:
«Ποιος είσαι εσύ, που τόλμησες να χαλάσεις την ησυχία μου; Αιώνες και αιώνες είμαι ριζωμένη εδώ πέρα και κανείς μέχρι τώρα δεν μου φέρθηκε με τόση ασέβεια».
Το παλληκάρι απόμεινε μαρμαρωμένο από το φόβο του.
«Πρέπει να τιμωρήσω την αναίδειά σου» συνέχισε η βελανιδιά «πρέπει να σου δώσω ένα μάθημα, που θα το θυμούνται όλοι για πολύ-πολύ καιρό, ώστε κανείς να μη τολμήσει να φερθεί ξανά μ΄ αυτό τον τρόπο».
Η φωνή της έγινε πιο βαριά και πιο αργή, καθώς συνέχιζε:
«Θα εξαφανίσω το χρώμα από τη ζωή σου και από τη ζωή όλων όσων ζούνε σε αυτόν τον τόπο. Χρώμα δεν θα ξαναδούνε ποτέ τα μάτια σας και από δώ και πέρα θα ζείτε στη μαυρίλα».

Αυτά είπε η γριά βελανιδιά και ξανάσεισε για μια τελευταία φορά τα φυλλώματά της. Μια περίεργη ησυχία απλώθηκε παντού και το παλληκάρι είδε, με μεγάλη του έκπληξη, τα πάντα γύρω του να αλλάζουν. Οι κορμοί των δέντρων, τα φυλλώματά τους, τα αγριολούλουδα, τα ζωάκια του δάσους, ακόμα και τα ρούχα του, όλα ξαφνικά, έγιναν μαύρα.

«Σιγά τη σπουδαία τιμωρία, σκέφτηκε το παλληκάρι και γελώντας, καβάλλησε το άλογό του να γυρίσει σπίτι του.
Βγήκε από το μαγεμένο δασος, αφού πέρασε τα νερά του ποταμού, που κύλαγαν τώρα μαύρα και αγριεμένα και προχώρησε προς τον πύργο του. Κύτταγε έκπληκτος γύρω του. Δεν υπήρχαν πιά κατάλευκα σπιτάκια με κόκκινες σκεπές, ούτε κήποι γεμάτοι με λογής λογής πολύχρωμα λουλούδια. Όλα είχαν μαυρίσει. Ακόμα και ο περήφανος πέτρινος πύργος φάνταζε τώρα κατάμαυρος και αγριωπός.

 

 

Το παλληκάρι αφηγήθηκε γελώντας την περιπέτειά του στον πατέρα του και τον αδελφό του.
«Ασκημα έκαμες του είπε ο αδελφός του «Και ακόμα πιο άσκημα κάνεις, που γελάς και κοροϊδεύεις και δεν καταλαβαίνεις πόσο βαριά είναι η τιμωρία».
«Σιγά τη τιμωρία» ξανάπε ο κυνηγός. «Ακόμα και για σένα είναι καλύτερα τώρα, μια που θα χρειάζεσαι λιγότερα χρώματα, για να ζωγραφίζεις» και πήγε στο δωμάτιό του.

 

Πέρασαν λίγες μέρες. Και, τι περίεργο πράγμα!. Ο κόσμος γύρω άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει. Οι άνθρωποι, που, πριν, ήταν χαρούμενοι, γελαστοί και δουλευταράδες, τώρα ξαφνικά άλλαξαν διάθεση. Δεν είχαν πιά καθόλου όρεξη για δουλειά, δεν χαμογελούσαν και μόνο γκρίνιαζαν και μάλωναν συνέχεια μεταξύ τους. Τα σκυλιά δεν κουνούσαν πια φιλικά την ουρά τους παρά γρύλιζαν και έδειχναν απειλητικά τα δόντια τους. Και τα άλογα στο παχνί τους δεν είχαν όρεξη για βόλτες και δεν άφηναν κανέναν να τα καβαλλήσει.

Ο άρχοντας της χώρας έπεσε σε μαύρη απελπισία.
«Τι κακό είναι αυτό;» έλεγε και ξανάλεγε. «Τι να φταίει και γίναν όλα ετσι;»
«Πατέρα» του είπε πλησιάζοντάς τον ο γιός του, ο ζωγράφος «λείπουν τα χρώματα. Ανθρωποι και ζώα, όταν παντού γύρω βλέπουν μαυρίλα νοιώθουν και τη ψυχή τους μαύρη και έτσι δεν έχουν όρεξη να γελάσουν, να διασκεδάσουν ή να δουλέψουν. Αφησέ με. Θα πάω να παρακαλέσω τη γριά-βελανιδιά να πάρει πίσω τη κατάρα της.»
«Κάνε όπως καταλαβαίνεις» είπε ο άρχοντας «μόνο, κάνε γρήγορα».
Και καβάλλησε το άλογό του το παλληκάρι και τράβηξε για το ξέφωτο του δάσους. Εφτασε μπροστά στη γριά βελανιδιά, γονάτισε μπροστά της και της είπε:

«Βαρύ το σφάλμα του αδελφού μου και με το δίκιο σου θύμωσες τόσο πολύ. Αρκετά όμως μας τιμώρησες. Συγχώρεσέ μας σε παρακαλώ και δώσε μας πίσω το χρώμα, το φώς, τη ζωή μας».
Εγινε για λίγο σιγή στο δάσος και μετά ακούστηκε η βελανιδιά να μιλάει και να λέει:
«Είσαι καλό παλληκάρι και σε συμπαθώ. Σε βλέπω, που έρχεσαι και κάθεσαι στον ίσκιο μου και ζωγραφίζεις τις εικόνες του δάσους και χαίρομαι. Θάθελα πολύ να σου κάνω το χατήρι. Όμως δε γίνεται. Τη κατάρα, που έδωσα, να τη πάρω πίσω δε μπορώ.»
«Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι να ζήσουμε για πάντα στη μαυρίλα, στο σκοτάδι;»φώναξε απελπισμένο το παλληκάρι.
«Υπάρχει κάτι, που μπορεί να γίνει» είπε η γριά βελανιδιά «υπάρχει κάποιος, που μπορεί να σε βοηθήσει».
«Ποιος είναι; Πές μου γρήγορα.»
«Ο μάγος των επτά χρωμάτων» απάντησε η βελανιδιά. «Αν τον βρείς, θα σε βοηθήσει να ξαναδώσεις το χρώμα στη χώρα σου»
«Ο μάγος των εφτά χρωμάτων;» ρώτησε παραξενεμένο το παλληκάρι «Ποιος είναι αυτός, που θα τον βρώ;»
«Δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο» απάντησε η βελανιδιά «Σκέψου, ψάξε, βρες. Και τώρα, πήγανε και καλή τύχη.»

Και το παλληκάρι καβάλλησε το άλογό του και ξεκίνησε για τη μεγάλη περιπέτεια. Να βρεί το μάγο των επτά χρωμάτων.
Αρχισε να ταξιδεύει, να περνά από τόπους πολλούς, πολιτείες μικρές και μεγάλες. Και παντού ρωτούσε:
«Μήπως ξέρετε, που θα βρώ τον μάγο των επτά χρωμάτων;» .
Και παντού έπαιρνε την ίδια απάντηση:
«Μάγος των επτά χρωμάτων; Όχι, δεν ξέρουμε τίποτα γι΄ αυτόν».
Κύλησε ο καιρός και το παλληκάρι έψαχνε, όλο έψαχνε, αλλά μάταια.

Στο τέλος έφτασε σε ένα μικρό χωριό στην άκρη της θάλασσας. Ενας γέροντας καθόταν στην ακτή και μπαλωνε τα δίκτυα του. Το παλληκάρι τον πλησίασε και τον ρώτησε:
« Πές μου ψαρά, ξέρεις, πού θα βρώ τον μάγο των επτά χρωμάτων;»
Μα ο ψαράς κούνησε αρνητικά το κεφάλι του
«Όχι» είπε «σ΄ ολάκερη τη ζωή μου, δεν έχω ακούσει για κανένα μάγο των επτά χρωμάτων».
Το παλληκάρι απελπίστηκε πια.
«Τι θα κάνω τώρα;» φώναξε απογοητευμένο.
Ο ψαράς τον κύτταξε καλά-καλά.
«Φαίνεσαι καουρασμένος και πολύ στενοχωρημένος» είπε. «Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω. Κάνε όμως κάτι άλλο. Πέρα κεί στην άκρη της ακτής, σε ένα μικρό καλυβάκι ζεί ένας σοφός γέρος. Ολοι εμείς εδώ στο χωριό τον συμβουλευόμαστε για ό, τι χρειαζόμαστε. Πήγαινε να τον βρείς. Ισως μπορέσει να σε βοηθήσει.».
«Τόσους και τόσους ρώτησα» σκέφτηκε το παλληκάρι «Δε χάνω τίποτα να ρωτήσω έναν ακόμα».
Ετσι, ευχαρίστησε τον ψαρά και τράβηξε για το καλυβάκι της ακτής.
Εφτασε σε λίγο και βρήκε το γερο-σοφό, έξω από τη καλύβα του, να κάθεται και να αγναντεύει τη θάλασσα.
«Καλώς τον» τον χαιρέτησε ο γέρος. «Από μακριά φαίνεσαι νάρχεσαι. Τι σου συμβαίνει;Τι ψάχνεις;»
Το παλληκάρι κάθησε δίπλα του και του διηγήθηκε την ιστορία του.
«Κι έτσι» είπε στο τέλος «ψάχνω να βρώ το μάγο των επτά χρωμάτων να βοηθήσει τη χώρα μου να ξαναβρεί το χρώμα, το φώς, τη ζωή. Μα κανείς δεν ξέρει να μου πεί, πού  βρίσκεται. Μήπως μπορείς εσύ να με βοηθήσεις;».
Ο γέρος γέλασε.
«Κανείς, δε μπορεί να σε βοηθήσει» του είπε «Κανείς, εκτός απ΄τη καρδιά σου. Η καρδιά σου ξέρει, πού βρίσκεται ο μάγος των επτά χρωμάτων, μα φαίνεται πως δεν κάθεσαι να την ακούσεις. Πολλές φορές μέχρι σήμερα πρέπει να βρήκες το μάγο μπροστά σου και να μη τον  γνώρισες. Ακου τι θα κάνεις. Βρες μια ήσυχη γωνιά εδώ στη παραλία, κάθησε και περίμενε. Περίμενε και άκου τι θα σου λέει η καρδιά σου. Μην κουνηθείς ό, τι κι αν γίνει. Σε κάποια στιγμή η καρδιά σου θα σου δείξει αυτόν, που ψάχνεις.»
Παραξενεμένο το παλληκάρι, έφυγε. Διάλεξε ένα ερημικό μέρος στην ακτή και κάθησε. Κύλησαν έτσι, κάμποσες ώρες. Το παλληκάρι περίμενε υπομονετικά.

Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε. Μαύρα, βαριά σύννεφα κρεμάστηκαν πάνω του, αστραπές τον έσχισαν από παντού και ξέσπασε μια καταιγίδα. Η βροχή έπεφτε με μανία, μα το παλληκάρι, πιστό στα λόγια του γέρου, δεν το κούνησε ρούπι από τη θέση του. Εμενε ακίνητος με τη βροχή να τον μουσκεύει, μέχρι το κόκκαλο, περιμένοντας, όλο περιμένοντας.
Πέρασε κάμποση ώρα και στο τέλος η βροχή κόπασε, το ίδιο ξαφνικά, όπως είχε ξεσπάσει. Ο ουρανός ξαστέρωσε και ένα λαμπρό ουράνιο τόξο απλώθηκε σα γέφυρα πάνω του. Και έτσι, όπως λαμπύριζε, πάνω από τη θάλασσα, βάφοντας με τους θαυμάσιους χρωματισμούς του τον ουρανό, ανάμεσα από τις λίγες σταγόνες της βροχής, που ακόμα αιωρούνταν στον αέρα, το παλληκάρι ένοιωσε ένα απότομο σφιξιμο στη καρδιά του, μένοντας άναυδο, μπροστά στη τόση ομορφιά.
Και τότε ξαφνικά κατάλαβε.
«Τι ανόητος, που είμαι» φώναξε. «Να τος, λαμπρός μπροστά μου ο μάγος των επτά χρωμάτων. Το ουράνιο τόξο.»
Γονάτισε στη βρεγμένη γή, άπλωσε τα χέρια του στον ουρανό και φώναξε «Μάγε των επτά χρωμάτων βοήθησέ με. Χάρισέ μου τα χρώματά σου».

Το ουράνιο τόξο λαμπύρισε πιο δυνατά και ξαφνικά, μια-μια, επτά σταγόνες κύλησαν και έπεσαν στην ανοικτή παλάμη του παλληκαριού. Μια σταγόνα κόκκινη, μια πορτοκαλί, μια κίτρινη, μια πράσινη, μια μπλέ, μια γαλάζια και μια βιολετιά.
«Είναι μαγικές» ακούστηκε γλυκιά η φωνή του μάγου. «Θα σε βοηθήσουν να ξαναδώσεις ζωή στη χώρα σου».
Το παλληκάρι ενθουσιασμένο «Ευχαριστώ, μάγε» φώναξε «ευχαριστώ». Καβάλλησε το άλογό του, το σπιρούνισε και άρχισε να καλπάζει με ορμή για να επιστρέψει μια ώρα αρχύτερα στη χώρα του.
Μόλις έφτασε, ανέβηκε σε ένα ψηλό λόφο, απ΄ όπου μπορούσε να βλέπει όλη τη γύρω περιοχή. Είδε με σφιγμένη καρδιά το μαύρο δάσος, τα μαύρα σπίτια, το μαύρο πύργο, τους ανθρώπους, που περπατούσαν σκυθρωποί και μουτρωμένοι.
Σήκωσε το χέρι του, όπου είχε φυλαγμένες τις μαγικές σταγόνες, και το τίναξε με δύναμη στον αέρα. Οι μαγικές σταγόνες έφυγαν με ορμή και έπεσαν παντού ένα γύρω.
Και τότε, έγινε το θαύμα!

 

 

Η κόκκινη σταγόνα πέφτοντας, έβαψε τις σκεπές των σπιτιών, τις παπαρούνες και τα χείλια των ανθρώπων. Η πορτοκαλί έβαψε τα πορτοκάλια στα δέντρα. Η κίτρινη τα λεμόνια και τα καναρίνια. Η πράσινη τα φύλλα των δέντρων και το γρασίδι, η γαλάζια τον ουρανό, η μπλέ τη θάλασσα και η βιολεττιά όλες τις βιολέττες στους κήπους. Και, όπως έσκιζαν τον ουρανό, πέφτοντας, οι χρωματιστές σταγόνες ανακατεύτηκαν και μεταξύ τους και δημιούργησαν χιλιάδες νέους συνδυασμούς και αποχρώσεις χρωμάτων, δίνοντας έτσι ξανά ζωή στ΄ αγριολούλουδα του δάσους, στα φρούτα των δέντρων, στα μάτια των ανθρώπων.
Το χρώμα ξαναγύρισε στη πόλη. Και μαζί με αυτό, το φώς, η χαρά, το χαμόγελο στα χείλια των ανθρώπων, που, από κείνη τη μέρα, έζησαν για πάντα ευτυχισμένοι.

Read Full Post »