Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘παιδιά’

.

.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, μας λέει ότι, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, τον είδε η Μαρία η Μαγδαληνή και τον αναγνώρισε. Αμέσως τον πλησίασε, όμως ο Χριστός της είπε «Μη μου άπτου» δηλαδή «Μη με αγγίζεις».

Σήμερα χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή για να περιγράψουμε έναν άνθρωπο, που ενοχλείται με το παραμικρό, μυγιάγγιχτο, όπως λέμε.

.

.

.

Η ΣΠΑΖΟΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ

Τι είναι πιο βαρύ; Ένα κιλό σίδερο  ή ένα κιλό βαμβάκι;;;

.

.

.

.

Λύση : Εχουν ακριβώς το ίδιο βάρος, αφού, είτε σίδερο είτε βαμβάκι, ζυγίζουν ένα κιλό.


.

.

.

.

.

 

Read Full Post »

Στις παρακάτω φράσεις,  σε κάθε παύλα αντιστοιχεί και από ένα γράμμα.

Μπορείς να  βρείς τα γράμματα, που λείπουν, ώστε να συμπληρωθούν οι φράσεις;

Για να σε βοηθήσω θα σου πώ ένα μυστικό: όλες οι φράσεις μιλάνε για το χρόνο.


.

.

.

.

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΜΑΣ


.Ένα παιδάκι μια φορά, έκανε ποδήλατο και δοκίμαζε διάφορα κόλπα. Μια άφηνε τα χέρια του από το τιμόνι, μια σήκωνε τα πόδια του από τα πετάλια και άλλα τέτοια. Όπως πήγαινε, πρόσεξε τη μαμά του, που είχε σταθεί και το παρακολουθούσε. Αμέσως περήφανα, περνάει από μπροστά της και της λέει:
– «Κοίτα μαμά, χωρίς πόδια!»
Λίγο αργότερα, ξαναπερνάει και της λέει:
– «Κοίτα, μαμά, χωρίς χέρια.»
Λίγο αργότερα, ξαναπερνάει μπροστά απ` τη μαμά του κλαίγοντας:
– «Κοίτα μαμά, χωρίς δόντια.»

.

.

.

Η λύση της σπαζοκεφαλιάς

365 ημέρες σε ένα χρόνο

     7 ημέρες σε μια εβδομάδα

  12 μήνες του χρόνου

    4 εποχές του χρόνου

  24 ωρες σε μια ημέρα

  60 λεπτά σε μια ώρα

  60 δευτερόλεπτα σε ένα λεπτό.

100 χρόνια σε έναν αιώνα

1000 χρόνια σε μια χιλιετία

Read Full Post »

Ο Λαβύρινθος ήταν ένα θαυμαστό παλάτι, που είχε κτίσει στη Κνωσό, στην Αρχαία Κρήτη, ο Δαίδαλος, ο περίφημος αρχιτέκτονας της αρχαιότητας.

Αυτό το παλάτι, που λέτε, είχε μιαν ιδιαιτερότητα: ήταν πάρα πολύ μεγάλο και είχε τόσες πολλές αίθουσες, δωμάτια και πολύπλοκους διαδρόμους, που όποιος έμπαινε εκεί δεν μπορούσε με τίποτα να ξαναβρεί το δρόμο του προς την έξοδο.

Λέγανε ότι μέσα σε αυτό το οικοδόμημα, ήταν κλεισμένος ο τρομερός Μινώταυρος. Σύμφωνα με τη παράδοση, μόνο ο Θησέας, με τη βοήθεια της Αριάδνης, κατόρθωσε να βρει το δρόμο του και να βγει από το λαβύρινθο.

Σήμερα, χρησιμοποιούμε τη λέξη αυτή για να περιγράψουμε μια πολύ δύσκολη και μπερδεμένη κατάσταση, από την οποία είναι πολύ δύσκολο να βγει κανείς, ένα αδιέξοδο, δηλαδή.

.

.

.


Η ΣΠΑΖΟΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ

Πώς μπορείτε στα 9 τετράγωνα, να βάλετε 10 άλογα;

.


.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Απάντηση:

Read Full Post »

Στις παρακάτω φράσεις,  σε κάθε παύλα αντιστοιχεί και από ένα γράμμα. Μπορείς να  βρείς τα γράμματα, που λείπουν, ώστε να συμπληρωθούν οι φράσεις;
Για να σε βοηθήσω θα σου πώ ένα μυστικό: όλες οι φράσεις έχουν σχέση με παροιμίες.

.

.

.

.

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΜΑΣ

Ο Τοτός παίρνει τηλέφωνο για να κάνει φάρσα σε ένα κρεοπωλείο:
– Κρεοπωλείο «Το Χοιρομέρι». Τι θα θέλατε;
– Έχετε μοσχαρίσια πόδια;
– Ναι.
– Αυτιά προβατίνας;
– Ασφαλώς.
– Κοιλιά γουρουνιού;
– Μα και βέβαια.
– Καλά φίλε πρέπει να μοιάζεις με τέρας! καταλήγει  ο Τοτός.

.

.

Η λύση της σπαζοκεφαλιάς

Κάλλιο 5 και στο χέρι παρά 10 και καρτέρει

45 Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση

Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο

Οποίος βαριέται να ζυμώσει πέντε ημέρες κοσκινίζει

Δώδεκα η αλεπού , δεκατρία τα αλεπουδάκια.

Δυό γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα.

Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν

Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, επτά φορές ειν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο.

Read Full Post »

Μια φορά κι έναν καιρό, σ΄ ένα σπιτάκι στην εξοχή, είχαν φτιάξει τη φωλιά τους, δυο γερο-ποντικοί.

 

Ηταν δυο ποντικοί, ο ένας μαύρος και ο άλλος γκρίζος, που, είχαν περάσει πολλά στη ζωή τους, και τώρα πιά, στα γεράματά τους, το μόνο, που τους ενδιέφερε ήταν να τριγυρίζουν εδώ και κεί, ψάχνοντας να βρούν κανένα εκλεκτό μεζέ να ροκανίσουν.

Μόνη τους έννοια πάλι ήταν να μη πέσουν στα κοφτερά νύχια του μαύρου γάτου, που έμενε στο ίδιο σπίτι, και τόχε βάλει σκοπό της ζωής του να βουτήξει τους δυο γερο-ποντικούς.

 


Μα, όπως τόπαμε κιόλας, οι δυο ποντικοί, ήξεραν πολλά-πολλά πράγματα και έτσι, όλο και κατόρθωναν και ξεγλυστρούσαν από το γάτο και χώνονταν στις φωλιές τους, που ήταν η μια απέναντι από την άλλη, στη βάση των τοίχων του σπιτιού.

Μια μέρα, λοιπόν, εκεί που οι ποντικοί μας, ο καθένας στη τρύπα του, ξεκουράζονταν, απλώθηκε ξαφνικά στον αέρα, μια υπέροχη μυρωδιά τυριού.

Οι ποντικοί, τινάχτηκαν, έβγαλαν το κεφάλι από τη φωλιά τους και… τι να δούν!!!  Στη μέση ακριβώς του δωματίου είχε πέσει ένα κομμάτι τυρί, το μεγαλύτερο κομμάτι τυρί, που είχαν δει ποτέ στη ζωή τους.

Τρέχοντας, βρέθηκαν και οι δυό την ίδια στιγμή δίπλα στο τυρί και άπλωσαν το χέρι για να το πιάσουν.

«Φύγε από δώ» τσίριξε ο γκρίζος ποντικός.
«Τι μας λές! Εσύ να φύγεις» απάντησε ο μαύρος.
«Εγώ το είδα πρώτος» φώναξε ο γκρίζος.
«Εγώ, όμως το μύρισα πρώτος» ούρλιαξε ο άλλος.

 

Και στήσαν έναν άγριο καυγά γύρω από το τυρί, χωρίς ούτε για μια στιγμή να σκεφτούν οι ανόητοι πως το τυρί έφτανε για να χορτάσουν όχι ένας, όχι δύο αλλά δέκα ποντικοί.

Και συνέχισαν να μαλώνουν τσιρίζοντας και φωνάζοντας και ήταν τόσο άγριος ο καυγάς τους που, ούτε που πήραν καθόλου χαμπάρι, το μεγάλο μαύρο γάτο, που, πλησίασε σιγά-σιγά, άπλωσε τα μακριά του νύχια και…χραπ! μάγκωσε επιτέλους τους δυο γερο-ποντικούς.

 

Ετσι, τιμωρήθηκαν οι δυο ποντικοί, για την απληστία τους.

Γιατί, αν είχαν μοιραστεί το τυρί, τώρα θα ζούσαν κι οι δυό, χορτάτοι κι ευτυχισμένοι.

Read Full Post »

Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ-πολύ μακριά από δώ, που ζούμε όλοι μας, υπήρχε μια όμορφη χώρα. Η Να-ρινά. Στα καταπράσινα λιβάδια της, όπου φύτρωναν λογής-λογής λουλούδια, παχιές αγελάδες και κατάλευκα αρνάκια, έβοσκαν αμέριμνα.

Στα ψηλά της δέντρα, που ήταν όλα φορτωμένα με φρούτα ζουμερά, πουλάκια κελαηδούσαν ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το ποταμάκι της Να-ρινά κυλούσε κελαρύζοντας τα γάργαρα νερά του μέσα από το καταπράσινο δάσος, ξεπλένοντας τα βοτσαλάκια στις όχθες του και ποτίζοντας τις καλαμιές, που θρόϊζαν απαλά σε κάθε χάδι του ανέμου. Και μπροστά στα άσπρα σπιτάκια της Να-ρινά, παχιές γάτες γουργούριζαν ευχαριστημένες κάτω από τη ζεστασιά του λαμπερού ήλιου.


Μα και οι άνθρωποι, που ζούσαν σ΄ αυτή την όμορφη χώρα, ήταν όλοι τους καλόκαρδοι, ευγενικοί και γελαστοί. Όμως, τι παράξενο!. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, είχαν περίεργες μύτες. Κάτι μύτες παχιές, τεράστιες και χρωματιστές. Αλλοι είχαν μύτη φουσκωτή και μαβιά σαν μελιτζάνα. Αλλονών η μύτη ήταν μακριά και πράσινη σαν αγγούρι και υπήρχαν και μερικοί με μύτη στρογγυλή και κόκκινη σαν ντομάτα.
Εκεί, στη Να-ρινά, όσο πιο μεγάλη μύτη είχε κανείς, τόσο πιο όμορφος ήταν.

Μια μέρα,  μια κυρία,  σ΄ εκείνη τη παράξενη χώρα, γέννησε ένα παιδάκι. Ένα όμορφο, γερό, δυνατό αγοράκι, με σγουρά μαλλάκια και ζωηρά μαύρα ματάκια. «Τι συμφορά!» είπαν όμως όλοι όσοι το είδαν. Γιατί, αυτό το μωρό δεν είχε μύτη. Όχι δηλαδή ότι δεν είχε και καθόλου μύτη, αλλά, να, είχε μια τόση δα μικρή μυτούλα, άσπρη- άσπρη, όπως και το υπόλοιπο δέρμα του. «Πω-πω τι άσχημο, που είναι το καημενούλι!» σκέφτονταν όσοι το έβλεπαν.
Η μαμά του, πήγαινε να σκάσει από τη στενοχώρια της. Τα άλλα παιδάκια της είχαν μεγάλες, πολύ μεγάλες και πολύχρωμες μύτες και ήταν τα πιο όμορφα της χώρας. Και τώρα, αυτό, το πιο μικρό, να γεννηθεί έτσι!!!
Πήρε λοιπόν αγκαλιά το μωρό της και τράβηξε κατά το βουνό, για τη καλύβα, όπου ζούσε η γριά σοφή, που ήξερε πολλά-πολλά πράγματα.

«Καλημέρα μπάμπω μου»είπε η μαμά στη γριά σοφή, μόλις έφτασε. «Συμφορά μεγάλη με βρήκε»
«Τι επαθες κόρη μου;» ρώτησε η γριά.
«Κύττα και μόνη σου»είπε η μαμά και της έδειξε το μωρό.
Εσκυψε η μάμπω και κύτταξε το μικρό. «Τι συμβαίνει;»ρώτησε «βλέπω ένα παιδάκι μια χαρά. Τι συμφορά λοιπόν σε βρήκε;»
«Μα δε βλέπεις, μπάμπω μου; Η μύτη του δεν είναι σαν τις δικές μας» στέναξε η μαμά.
«Και λοιπόν;» ξαναρώτησε η σοφή γριά. «Μήπως γι΄ αυτό το αγαπάς λιγότερο από τα άλλα σου παιδιά;»
«Για όνομα του Θεού» φώναξε η μαμά  «Όχι βέβαια. Το αγαπάω πολύ-πολύ, όσο και τα άλλα μου παιδιά. Αλλά οι άλλοι άνθρωποι, θα γελούν μαζί του, θα το κοροϊδεύουν και το Παιδάκι μου θα γίνει δυστυχισμένο».
«Κόρη μου,» είπε η γιαγιά, που είχαν δει πολλά τα μάτια της και άλλα τόσα είχαν ακούσει τα αυτιά της «έναν άνθρωπο, δεν τον αγαπάμε γι’  αυτό, που φαίνεται, ούτε γι΄ αυτό, που έχει, αλλά γι’  αυτό, που πραγματικά είναι. Όπως εσύ αγαπάς αυτό το παιδί, έτσι και οι άλλοι άνθρωποι θα το αγαπήσουν. Γιατί το παιδί σου θα γίνει καλός άνθρωπος, πονετικός και γελαστός και θα κερδίσει την αγάπη των συνανθρώπων του. Φύγε κόρη μου και μην ανησυχείς. Το παιδί σου θα ζήσει ευτυχισμένο. Είναι γραφτό του».

Πέρασαν τα χρόνια. Το παιδάκι μεγάλωνε. Και όπως είχε προβλέψει η μπάμπω γινόταν μέρα με τη μέρα, όλο  και πιο έξυπνο, όλο και πιο καλόκαρδο κι ευγενικό. Οι κάτοικοι της Να-ρινά συνήθισαν να το βλέπουν να παίζει με τα άλλα παιδάκια, να τρέχει και να γελά ανάμεσά τους, πάντα πρόθυμο να βοηθήσει όποιον είχε την ανάγκη του και το αγαπούσαν αληθινά, χωρίς να προσέχουν πιά καθόλου τη μικρή του μύτη.
Όμως το Παιδάκι, κάθε πρωί, που χτενιζόταν, μαζί  με τ΄ αδελφάκια του, μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη, ένοιωθε ένα τσίμπημα στη καρδούλα του. «Γιατί να μην είμαι κι εγώ όμορφο σαν τα αδελφάκια μου;» σκεφτόταν «Γιατί να μην είμαι σαν όλο τον κόσμο;» και στεναχωριόταν.

Μια μέρα, ξαφνικά, ήλθε στο σπίτι τους για επίσκεψη, μια παλιά φίλη της μαμάς, που δεν είχε τύχει να ξαναδεί τα παιδιά. Ηταν μια αξιοσέβαστη ξερακιανή κυρία, με μια μύτη πορτοκαλιά και μακριά και σουβλερή, ίδια με καρόττο. Μόλις είδε το Παιδάκι έβαλε τα γέλια. «Μα τη πίστη μου» είπε «δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου πιο αστείο ανθρωπάκι. Πού ‘ναι η μύτη σου καλέ; Στην έφαγε η γάτα;»ρώτησε κοροϊδετικά.
Το Παιδάκι στενοχωρήθηκε, βούρκωσε, γύρισε και βγήκε από το σπίτι. Προχώρησε στο δρόμο. Περπατούσε, περπατούσε, ο ήλιος έπεσε και βγήκε το φεγγάρι στον ουρανό και το Παιδάκι ακόμα περπατούσε. Ετσι, έφτασε μέχρι το ποταμάκι της Να-ρινά κι εκεί, ξάπλωσε στα χαλίκια στην όχθη και άρχισε να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει χωρίς σταματημό, «Γιατί να είμαι τόσο άσχημος;» έλεγε μέσα στα δάκρυά του  «Γιατί;».
«Τι έπαθες αγοράκι;» άκουσε ξαφνικά μια ψιλή φωνούλα δίπλα του. Σταράφηκε ξαφνιασμένος και είδε να στέκεται μπροστά του, ένα τόσο δα μικρούλικο κοριτσάκι .Το Παιδάκι σάστισε τόσο, που ούτε που πρόσεξε καθόλου ότι η μύτη του κοριτσιού ήταν σαν τη δική του.

«Ποια είσαι σύ;»  τη ρώτησε. «Τι θέλεις;»
«Είμαι η Λα-σενά» απάντησε το κοριτσάκι. «Μένω εκεί ψηλά» και του έδειξε με μια κίνηση του χεριού της το φεγγάρι. «Τα πρωινά κοιμάμαι, αλλά , κάθε βράδυ, που το σπίτι μου κάνει βόλτες στον ουρανό, κοιτάω τι γίνεται κάτω στη γή και όταν ακούω ένα παιδάκι να κλαίει στενοχωριέμαι πολύ και προσπαθώ να το βοηθήσω, γιατι θέλω όλα τα παιδάκια να είναι χαρούμενα κι ευτυχισμένα. Σ’  άκουσα, που έκλαιγες και κατέβηκα να δω. Τι έχεις; Τι έπαθες;»
«Ειμαι άσχημος, πολύ άσχημος» είπε το παιδάκι «είμαι διαφορετικός απ΄ όλο τον κόσμο γύρω μου.»
«Κι επειδή είσαι διαφορετικός οι άλλοι δεν σ΄ αγαπάνε; Τα παιδάκια δε παίζουν μαζί σου; Οι γονείς σου και τ΄αδέλφια σου σε κοροϊδεύουν;»
«Όχι, όχι» είπε το Παιδάκι. «Ολοι μου δείχνουν πως με αγαπούν και πως με θέλουν κοντά τους. Μόνο μια κυρία, που με έβλεπε για πρώτη φορά, γέλασε μαζί μου».
«Αυτή θα ήταν μια ανόητη»είπε η Λα-σενά  «Είναι κουτό να κοροϊδεύεις έναν άνθρωπο, χωρίς να τον έχεις γνωρίσει. Αλλά αφού όλοι οι άλλοι σε αγαπούν και σε θέλουν, εσύ γιατί κλαίς;»
«Δεν θέλω να είμαι διαφορετικός» είπε το Παιδάκι. «Θέλω να είμαι όπως όλος ο κόσμος. Είπες πως θα με βοηθήσεις. Μπορείς να κάνεις τη μύτη μου να μεγαλώσει, να γινει ίδια με όλων των άλλων;»
«Όχι» είπε η Λα-σενά «δεν μπορώ».
«Τότε φύγε και άσε με στην ησυχία μου» είπε στενοχωρημένο το παιδάκι.
«Μπορώ όμως να κάνω κάτι άλλο, άμα θες» συνέχισε η Λα-σενά. «Από κεί ψηλά, που είναι το σπίτι μου, έχω δει μια Πολιτεία, όπου όλοι οι κάτοικοι έχουν μύτη σα τη δική σου. Εκεί θα ήσουν ίδιος με όλους τους άλλους. Θέλεις να σε πάω εκεί;»
«Ακου λέει» απάντησε το Παιδάκι, πηδώντας από τη χαρά του.

Άπλωσε η Λα-σενά το χέρι της, έπιασε μια φεγγαροακτίδα, που έπεφτε πάνω στα βοτσαλάκια και ανέβηκε πάνω της. «Ελα» του είπε. «Μη φοβάσαι. Ανέβα και σύ».
Kαβάλλησε και το Παιδάκι τη φεγγαροακτίδα, κλώτσησε δυνατά η Λα-σενά τον αέρα και, ώπ, η φεγγαροακτίδα ανέβηκε ψηλά και άρχισε να ταξιδεύει στο νυχτερινό ουρανό, ανάμεσα από τα αστέρια, που έλαμπαν.
Πέρασαν πάνω από πολεις και θάλασσες, από βουνά και πεδιάδες και, παντού κάτω, έβλεπαν σκοτάδι, καθώς όλοι κοιμόντουσαν. Ταξίδεψαν έτσι, ώρα πολλή και στο τέλος μίλησε η Λα-σενά.
«Φτάνουμε. Εδώ είναι η Πολιτεία, όπου θα είσαι ίδιος με όλους τους άλλους. Θα σε αφήσω και θα φύγω γιατί σε λίγο ξημερώνει. Ελπίζω να είσαι ευτυχσμένος. Αν όμως τύχει και το μετανοιώσεις, το βράδυ, κοίταξε το φεγγάρι και φώναξέ με δυνατά. Θάρθω αμέσως».
Εκείνη τη στιγμή, η φεγγαροακτίδα σταμάτησε δίπλα σ΄ ένα δέντρο.
«Κατέβα, φτάσαμε» είπε η Λα-σενά. «Πάρε το δρόμο ίσια μπροτά σου και θα σε βγάλει στη Πολιτεία, που ζητάς. Μέχρι να ξημερώσει, θα έχεις φθάσει.»
«Γειά σου Λα-σενά» είπε το Παιδάκι. » Γειά σου και σ΄ ευχαριστώ για όλα.» Και άρχισε να περπατάει στο μονοπάτι, που του έδειξε η Λα-σενα.
Στο μεταξύ ο ήλιος, ανέτειλε και φώτιζε δείχνοντάς του το δρόμο, μέχρι, που είδε τα πρώτα σπίτια της Πολιτείας. Εμοιαζαν πολύ με τα σπίτια της Να-ρινά. Ετσι, σε λίγο βρέθηκε να περπατάει ανάμεσα στους ανθρώπους της Πολιτείας.

Και, τι χαρά!, όπως του είχε πεί η Λα-σενά, είχαν όλοι μύτες σαν τη δική του.

«Τι ευτυχία» σκέφθηκε το Παιδάκι «τώρα δεν ξεχωρίζω σε τίποτε από τους άλλους, τώρα είμαι ίδιος με όλους».
Και, χαρούμενο, άρχισε να περιδιαβάζει τα δρομάκια, να χαζεύει τα μαγαζιά, να παρακολουθεί τα παιδιά, που έπαιζαν στις πλατείες, να παρατηρεί τους ανθρώπους, που έκαναν τα ψώνια τους ή που πήγαιναν στις δουλειές τους βιαστικά-βιαστικά. Και κάθε άνθρωπο, που συναντούσε, τον κύτταγε καλά-καλά, για να βεβαιωθεί ότι η μύτη του έμοιαζε με τη δική του.
Πέρασαν έτσι ώρες πολλές. Το παιδάκι άρχισε να βαριέται.
«Και τώρα τι γίνεται;»σκέφθηκε. «Είμαι ίδιος με όλους, αλλά κανείς δε φαίνεται να νοιάζεται γι΄ αυτό. Ολοι με προσπερνούν, χωρίς να μου δίνουν σημασία, σα να μην υπάρχω».
Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατεβαίνει σιγά-σιγά από τον ουρανό, πηγαίνοντας να ξεκουραστεί από τη μεγάλη του βόλτα και το Παιδάκι ξαφνικά, με ένα σφίξιμο στη καρδιά, θυμήθηκε ότι, τέτοια ώρα, καθόταν με τα αδελφάκια του γύρω από το μεγάλο τραπέζι του σπιτιού τους και εκεί, με γέλια, με φωνές, με κουβέντες, με χαρές, έτρωγαν το φαϊ τους, που μοσχοβολούσε. Και, το ίδιο ξαφνικά, το Παιδάκι, αισθάνθηκε πολύ μόνο και πολύ δυστυχισμένο.

«Λα-σενά» φώναξε δυνατά στο φεγγάρι, που μόλις ξεκινούσε το περίπατό του.  «Λα-σενά, έλα γρήγορα, έλα γρήγορα και πήγαινέ με πίσω».
«Μα γιατί;» ρώτησε η νεραϊδούλα, που, αμέσως εμφανίστηκε μπροστά του, καβάλα στη φεγγαροακτίδα της. «Δεν είσαι ευτυχισμένος, εδώ, που είσαι ίδιος με όλους;»
«Όχι» είπε το Παιδάκι «Κανείς δε νοιάζεται για μένα κι ας είμαι όμοιός τους. Κανείς δε με αγαπά. Θέλω να γυρίσω πίσω. Στους γονείς μου, στα αδέλφια μου, στους φίλους μου, σ΄αυτούς, που με αγαπούν, όπως κι αν είμαι.»
Η Λα-σενά χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι της και βοήθησε το παιδάκι να ανέβει στη φεγγαροακτίδα της.
Ταξίδεψαν και πάλι ώρα πολλή, μέχρι, που έφθασαν στη Να-ρινά, πάνω από το σπιτάκι του.
«Κατέβα» είπε η Λα-σενά «και να θυμάσαι. Για να είσαι ευτυχισμένος, πρέπει να ζείς με ανθρώπους που σ΄ αγαπούν και τους αγαπάς. Οποιος σε αγαπά πραγματικά δε νοιάζεται ούτε για τη μύτη σου, ούτε για τίποτ άλλο. Νοιάζεται για σένα μόνο»
Υστερα, η Λα-σενα χάθηκε για πάντα μέσα στ΄ αστέρια.
To παιδάκι άνοιξε τη πόρτα του σπιτιού του και μπήκε μέσα. Ολοι έτρεξαν χαρούμενοι, να το αγκαλιάσουν, να το φιλήσουν και να το ρωτήσουν πού ήταν όλη μέρα, και είχαν ανησυχήσει τόσο πολύ.

Και μέσα στην αγκαλιά και τα φιλιά των δικών του ανθρώπων, το Παιδάκι ένοιωσε τόσο, μα τόσο ευτυχισμένο, που, από κείνη τη μέρα, δεν ξανακοίταξε ποτέ τη μύτη του στο καθρέφτη κι ούτε που ξανανοιάστηκε ποτέ για το αν ήταν διαφορετικό από τους άλλους ανθρώπους.

Read Full Post »